Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2015

«ΤΑ ΕΥΖΩΝΑΚΙΑ» Κείμενο Γεωργίου Β. Τσοκόπουλου (1913)



«ΤΑ  ΕΥΖΩΝΑΚΙΑ» Κείμενο Γεωργίου Β. Τσοκόπουλου (1913)

(Ἐκδήλωση γιὰ τὰ Ἑλευθέρια τῆς Κονίτσης,  Δημαρχεῖο, 24.2.2015)


            Οἱ Εὔζωνοι (1) στοὺς Βαλκανικοὺς πολέμους καθὼς καὶ στὸν Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, σὰν ἐπίλεκτο στρατιωτικὸ σῶμα, διακρίθηκαν τόσο γιὰ τὴν ἀνδρεία τους, ὅσο καὶ τὴν ὁρμὴ τῆς ἐπέλασής τους. Ὅπως τὰ Ἀραβικὰ ἄλογα (2) ἔτσι καὶ αὐτοὺς τὸ δύσκολον δὲν εἶναι νὰ τοὺς κινήσει κανείς. Τὸ ἀκατόρθωτον εἶναι νὰ τοὺς κρατήσει. Ἡ στασιμότητα τοὺς πεθαίνει. Αὐτὰ μεταξὺ ἄλλων ἀναφέρει ὁ Γεώργιος Τσοκόπουλος στὸ βιβλίο του «Ἀπὸ τὰ πεδία τῶν μαχῶν». (3) Τὸ βιβλίο αὐτὸ ἐκδόθηκε τὸ 1913 καὶ ἕνα κεφάλαιό του ἔχει τὸν τίτλο: «ΤΑ  ΕΥΖΩΝΑΚΙΑ».  Τὸ Κεφάλαιο αὐτὸ εἶναι τόσο γλαφυρό, ποὺ τὸ συμπεριέλαβε στὸ ἀφιέρωμά του γιὰ τὰ 100 χρόνια ἀπελευθερώσεως τῆς Ἐπαρχίας Κονίτσης ὁ Σύλλογος Φίλων τοῦ Περιοδικοῦ «ΚΟΝΙΤΣΑ».
            Οἱ Εὔζωνοι ἔδρασαν καὶ στὴν Ἐπαρχία μας. (4) Ἐμφανίζονται σὲ φωτογραφία νὰ πλαισιώνουν τὴν Ἑλληνικὴ σημαία καὶ τὸ Ἱερὸ Εὐαγγέλιο ποὺ κρατᾶ ὁ Ἱερέας στὴν Δοξολογία ἀπελευθερώσεως τοῦ Διστράτου.
            (5) Οἱ Εὔζωνοι ἦσαν πάντοτε ἡ ἰδιαιτέρα συμπάθεια τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Εἰς τὸν εὔζωνον ὑπάρχει πάντοτε μέσα ἀπὸ τὴν φουστανέλλαν ἡ ἀριστοκρατικὴ φύσις τοῦ Ρουμελιώτου. (6) Τὸ χακί, τὸ φέσι, ὁ ντουλαμᾶς (7), τὸ τσαροῦχι (8), ἀποτελοῦν τὴν ἐξωτερικὴν παράστασιν. Ἀπὸ μέσα ὁ ἄνθρωπος ἔμεινεν ὁ ἴδιος, λεπτός, ὀξύς, (9), γενναῖος, ὁρμητικός, ἀκούραστος, ἀκατάβλητος, ὑπερήφανος καὶ αἰσιόδοξος.
            Λεπτὸς καὶ εἰς τὸ σῶμα καὶ εἰς τὸν νοῦν. Ὅπως εἶναι συνηθισμένος ἀπὸ τὴν πτωχὴν καὶ ἰσχνήν του φουστανέλλαν νὰ φέρνῃ μίαν «γυροβολιάν» καὶ νὰ εὑρίσκεται εἰς τὴν θέσιν του, (10) ἔτσι καὶ τὸ πνεῦμα του ὀξὺ καὶ εὔστροφον, γυρίζει παντοῦ καὶ τὰ φέρνει ὅλα εἰς μίαν μεγάλην ἀκτίνα γύρω του. Τὸ ὅπλον στὰ χέρια του εἶναι παιχνίδι. (11) Ὁ μηχανισμὸς τοῦ Μάνλιχερ δὲν ἔχει μυστήρια διὰ τὸν εὔζωνον, ἀπὸ τὴν δευτέραν ἡμέραν ποὺ θὰ κρατήσῃ τὸ ὅπλον αὐτὸ εἰς τὰ χέρια του.
            Καὶ ταχύς. (12) Ἡ γῆ φεύγει κάτω ἀπὸ τὰ πόδια του. Τὰ δύο τάγματα τοῦ ἀντισυνταγματάρχου Κωνσταντινοπούλου, τὰ δύο τάγματα τοῦ συνταγματάρχου Γεννάδη, ἔκαμαν ἰλιγγιώδεις πορεῖες πρίν. Ἐπολέμησαν μόλις ἔφθασαν, καὶ ἐκυνήγησαν τὸν ἐχθρὸν μόλις ἐπολέμησαν. (13) Τὰ βουνὰ τὰ γλυστερὰ καὶ ἀπότομα δὲν εἶδαν κατσίκια ὁρμητικώτερα ἀπὸ τοὺς εὐζώνους. Δὲν ἀνεβαίνουν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, ἀναρριχῶνται, ξετυλίγονται, γλυστροῦν, (14) ἀλλὰ προχωροῦν, πάντοτε προχωροῦν.
            Καὶ εἶναι γενναῖοι. Δὲν τοὺς ἐφόβισαν οὔτε τὰ ταχυβόλα. (15) Εἰς τὸν Σαραντάπορον οἱ Τοῦρκοι κορμοὺς ἐλιᾶς βαμμένους μαύρους τοὺς εἶχαν παρατάξῃ διὰ νὰ παραστήσουν κανόνια.  Οἱ εὔζωνοι ἀνεκάλυψαν τὸν δόλον καὶ ἀφήσαντες τὰ ξύλινα κανόνια ἥσυχα, ἐπετέθησαν κατὰ τῶν ἀληθινῶν. Καὶ ἐνῷ ἐκεῖνα ἔχυναν ἀπὸ τὰ στόματά των τὸν θάνατον, οἱ εὔζωνοι ἕρποντες τὰ ἐπλησίασαν καὶ ἐχὺθησαν εἰς τοὺς πυροβολητὰς καὶ τοὺς ἔπιαναν μὲ τὰ χέρια των. (16) Τὸ μάτι τῶν ξηρῶν καὶ κοντῶν αὐτῶν ἀνθρώπων, δὲν ἐδειλίασε οὔτε μίαν στιγμήν.
            - Παιδιά, εἶπεν ἕνα ἀξιωματικὸς εἰς κάποιαν μάχην, θὰ  ἀφήσωμε αὐτοὺς τοὺς μασκαράδες νὰ μᾶς σκοτίζουνε μὲ τὶς τουφεκιές τους ;
            - Νὰ τοὺς πιάσωμε στὰ χέρια !  εἶπαν οἱ εὔζωνοι.
            Τὸ πολεμικὸν συμβούλιον εἶχε γίνῃ καὶ εἶχεν ἀποφανθῇ. Οἱ Τοῦρκοι κατεδικάσθησαν ἀπὸ ἐκείνην τὴν στιγμήν. Μετὰ δέκα λεπτὰ τῆς ὥρας αὐτοὶ ἐσκορπίζοντο εἰς ὅλας τὰ διευθύνσεις, ἐνῷ οἱ εὔζωνοι ὄρθιοι καὶ ἀλλαλάζοντες ἐπάνω εἰς τὸ τουρκικὸν ὀχύρωμα, (17) ἐπετοῦσαν τὰ        σκουφάκια των εἰς τὸν ἀέρα.
            Ἡ ὁρμὴ των θὰ ἔπρεπε νὰ καταλάβῃ ἡρωϊκὰς σελίδας.
            - Θὰ μείνετε ἐδῶ καὶ θὰ κρατήσετε αὐτὴν τὴν θέσιν, εἶπεν ὁ ἀξιωματικὸς εἰς μίαν συμπλοκήν. Οἱ εὔζωνοι ἔμειναν καὶ ἐκράτησαν τὴν θέσιν, ἀλλὰ ὅταν ὁ ἀξιωματικὸς ἐπέστρεψε πάλιν νὰ τοὺς ἰδῇ, τοὺς εὑρῆκε ὅλους παραπονεμένους.
            - Ἐδῶ θὰ καθόμαστε ; (18) ἐμουρμούρησε κάποιος ἀπ’  ὅλους, ἀπηχῶν ὅλων τῶν ἄλλων τὸ παράπονον.
            Εὐτυχῶς τὴν ἰδίαν στιγμὴν ἕνας ἀγγελιοφόρος ἔφερνε τὴν διαταγὴν ταχείας προελάσεως. Οἱ εὔζωνοι ἐχύθησαν ἀκράτητοι. (19)
            - Τοὺς ἔχασα ἀπὸ τὰ μάτια μου, μοῦ εἶπεν ὁ ἀξιωματικὸς ὑπερήφανος διὰ τοὺς στρατιώτας του αὐτούς. Ἄν δὲν ἤκουα τὸν ἀλλλαλαγμόν των, ποὺ ἐτινάχθησαν καὶ ὥρμησαν, θὰ ἐνόμιζα ὅτι μία ὁμοβροντία τοὺς ἔρριξε ὅλους νεκροὺς κάτω. 
            Τὶ εἶναι δὲ ἡ ἀντοχή των !  Ἀτσάλινοι ἄνθρωποι κρύβονται ὑπὸ τὴν φουστανέλλαν καὶ ὁ στρατηγὸς ποὺ τοὺς κινεῖ δὲν ἔχει νὰ ὑπολογίσῃ ἐπὶ κόπων καὶ στερήσεων. Μὲ ὀλίγην κουραμάνα (20) ἤ χωρὶς κουραμάνα, μὲ τὸ νερὸ τῆς πηγῆς, ἤ καὶ χωρὶς νερό, ὑπὸ ἥλιον ἤ μὲ βροχήν, προχωροῦν, ξενυχτοῦν, φρουροῦν, πολεμοῦν, χωρὶς εἰς τὰ στεγνὰ χαρακτηριστικὰ εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχει ἴχνος λίπους, νὰ ζωγραφηθῇ ἡ ἐλαχίστη κόπωσις. (21) Μέσα εἰς τὸ σκοτάδι τὸ μάτι των βλέπει ὅπως καὶ τὴν ἡμέραν καὶ ποτὲ ἕνας στρατὸς δὲν εἶναι τόσο ἥσυχος, ὅσον ὅταν αἱ προφυλακαὶ του εἶναι εὔζωνοι, ἔστω καὶ ἄν οἱ εὔζωνοι αὐτοὶ ἀγρυπνοῦν μὲ τὸ τουφέκι στὸ χέρι, (22) ἀφοῦ ἐβάδισαν ὅλην τὴν ἡμέραν, ἐπολέμησαν τὸ βράδυ καὶ πρόκειται νὰ ξαναπολεμήσουν τὸ πρωΐ.
            Ὑπάρχουν εἰδικὰ εὐζωνικὰ τραγούδια τὰ ὁποῖα ζωγραφίζουν τὴν ὑπερηφάνειαν τοῦ εὐζώνου. (23) Μὲ δύο στίχους ἀπετύπωσαν οἱ ἴδιοι τὴν λεβέντικην εἰκόνα των :
Φουστανέλλα, φούντα φέσι
καὶ δαχτυλιδένια μέση.
            (24) Κάτι ἀπὸ τὴν ψυχὴν τοῦ παλαιοῦ Κλέφτη ἐκληροδοτήθη εἰς τὸν σημερινὸν εὔζωνο. Ὅπως ἐκεῖνος, καὶ αὐτὸς εἶναι προκλητικός, (25)  δὲν ἀνέχεται προσβολάς, πληρώνει ἀμέσως. Ἡ πολιτικὴ τὸν στενοχωρεῖ τρομερά. Δὲν εἶναι δυνατὸν κάτω ἀπὸ τὸ φεσάκι του νὰ χωρέσῃ ἡ σκέψις ὅτι ἐπεριμέναμεν τόσον καιρὸν νὰ τὰ βάλωμε μὲ τοὺς Τούρκους.
            Ὁ εὔζωνος, ἐκεῖ ἀπάνω ποὺ ζῇ, (26) ἀπομακρυσμένος ἀπὸ τὸν κόσμον εἰς τοὺς ἐρημικοὺς σταθμοὺς ὅπου δὲν φθάνει ἡ ἐφημερὶς νὰ τοῦ διοχετεύσῃ καθ’ ἡμέραν τὰ μυστήρια τῆς διπλωματίας, εὑρίσκει πολὺ φυσικὸν κάθε διαφορὰ μεταξὺ ἐθνῶν, νὰ λύεται μὲ τὸ σπαθὶ στὸ χέρι. Ὁ δυνατώτερος θὰ ὠφεληθῇ. (27)  Καὶ ὁ δυνατώτερος εἶναι αὐτός, ὄχι ὁ Τοῦρκος.
            Εἰς ἕνα χωριό, τὸ Καταφύγι - γράφει ὁ Μιλτιάδης Λιδωρίκης -  εἰς μίαν κορυφὴν τῶν Πιερίων ὀρέων, ὅταν οἱ εὔζωνοι ἔφθασαν μετὰ πέντε ὡρῶν ἀνηφορικὴν πορείαν, ἕνας Σιγδιτσιώτης εὔζωνος ἠρώτησε ἕναν κάτοικον :
            - Ἔφυγαν τὰ παλιοζάγαρα ἀπό ‘ δῶ ;
            - Πῆραν δρόμο τὰ παληόσκυλα !  τοῦ ἀπήντησεν ἐκεῖνος. (28)
            Ποία εἶναι ἡ ἐντύπωσις τῶν Τούρκων ἀπὸ τοὺς εὐζώνους ;
        Σεϊτὰν - ἀσκέρι, τοὺς ὀνομάζουν οἱ Τοῦρκοι. Κάτι τὸ τρομακτικὸν ἀντιλαμβάνονται οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι εἰς τοὺς ἀνθρώπους τούτους. (29)
Ἑπομένως δικαιολογημένα οἱ εὔζωνοι ἔλαβαν στὴν συνείδηση τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὴν εἰκόνα ἡρώων. Μάλιστα, ἀκόμα καὶ στὶς μέρες μας οἱ εὔζωνοι χαίρουν τῆς ἐκτιμήσεως καὶ τοῦ σεβασμοῦ ὅλων τῶν Ἑλλήνων. (30)