Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2016

Ο «Εθνάρχης του Βορειοηπειρωτικού Ελληνισμού», Μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης Σεβαστιανός. 22 Χρόνια από την Κοίμησή του.



Ο Μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης Σεβαστιανός, Υπέρτιμος και Έξαρχος πάσης Βορείου Ηπείρου (1967-1994), κατά κόσμο Σωτήριος Αχιλλέα Οικονομίδης (20.06.1922 - 12.12.1994), υπήρξε μια από τις σημαντικότερες εκκλησιαστικές φυσιογνωμίες του 20ου αιώνα που συνέδεσε το όνομά του με την ενασχόληση της εν Ελλάδι Εκκλησίας με τα Εθνικά Ζητήματα, και δη με το Βορειοηπειρωτικό ζήτημα.
Παράλληλα με την εκκλησιαστική του δράση και τα αρχιερατικά του καθήκοντα, άρθρωσε λόγο εθνικό, με εθναρχικά χαρακτηριστικά, κάνοντας πολλές παρεμβάσεις τόσο στην πολιτική ηγεσία της χώρας όσο και σε διεθνείς οργανισμούς (Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Κογκρέσου Η.Π.Α., κ.α.), επιδιώκοντας την επίλυση του Βορειοηπειρωτικού Ζητήματος και τον εξαναγκασμό του Αλβανικού καθεστώτος να κάνει σεβαστά τα ανθρώπινα δικαιώματα, και κυρίως αυτά της θρησκευτικής ελευθερίας και του δικαιώματος χρήσης και διδασκαλίας της Ελληνικής γλώσσας.
Όλη η δράση του Μητροπολίτη Σεβαστιανού, στην ακριτική Μητρόπολη της Κόνιτσας είναι συνυφασμένη με τους αγώνες του για τον Βορειοηπειρωτικό Ελληνισμό, γεγονός που του προσέδωσε εθναρχικό ρόλο στο εν λόγω θέμα.
Η ενασχόλησή του με το ζήτημα της Βορείου Ηπείρου, συνδέθηκε εξ αρχής με την εκκλησιαστική δραστηριότητα του Ιεράρχη, και το ζήτημα της δικαίωσης του βορειοηπειρωτικού ελληνισμού αποτέλεσε κύριο αίτημα προσευχής για την τοπική Εκκλησία της Ιεράς Μητροπόλεως Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης.
Οι βασικές θέσεις του Σεβαστιανού για το Βορειοηπειρωτικό ζήτημα έμειναν αμετάβλητες κατά την περίοδο δράσης του, ανεξάρτητα από τις πολιτικές εναλλαγές στις Κυβερνήσεις της Ελλάδας, ως απόδειξη της τοποθέτησης του Ιεράρχη ότι το Βορειοηπειρωτικό δεν είναι ούτε θέμα πολιτικό, ούτε βεβαίως κομματικό, αλλά κατ’ εξοχήν εθνικό.
Κύριοι συνεργάτες του στον αγώνα αυτό υπήρχαν η Σ.Φ.Ε.Β.Α. και ο ΠΑ.ΣΥ.Β.Α., δύο ενώσεις που ο ίδιος ίδρυσε και των οποίων υπήρξε ο πνευματικός καθοδηγητής.
Στον πολιτικό χώρο ο Σεβαστιανός συνεργάστηκε με όλες εκείνες τις πολιτικές δυνάμεις που με τις τοποθετήσεις και ενέργειές τους στήριξαν τον αγώνα για την δικαίωση του Βορειοηπειρωτικού ζητήματος. Ήταν πάντα έτοιμος να συγχαρεί για κάθε προσπάθεια στήριξης του εθνικού θέματος – απ’ όπου και αν προέρχονταν – όπως επίσης και έτοιμος να καυτηριάσει και να αντιτεθεί με κάθε ενέργεια που στρεφόταν ενάντια σ’ αυτό.
Ο Σεβαστιανός ανάλωσε όλη την αρχιερατική του διαδρομή στον αγώνα για το Βορειοηπειρωτικό, το οποίο ουσιαστικά έφερε στο προσκήνιο. Κατά κοινή ομολογία – φίλων και αντιπάλων - υπήρξε ένας αγνός αγωνιστής, που το κύριο γνώρισμά του ήταν η πλήρης αφοσίωση στην Εκκλησία και την Πατρίδα.
Η εκκλησιαστική διάσταση που έδωσε ο Σεβαστιανός στο Βορειοηπειρωτικό, αλλά και η συσχέτιση που έκανε μεταξύ Εκκλησίας και Έθνους, αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στην προσθήκη στην μεγάλη συναπτή («Ειρηνικά») των ιερών ακολουθιών του αιτήματος «ὑπὲρ τῶν ἐν Βορείῳ Ἠπείρῳ δεινῶς χειμαζομένων ὁμοδόξων ἀδελφῶν ἡμῶν, καὶ τῆς σωτηρίας αὐτῶν, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν», στις αγρυπνίες προσευχής για τη Βόρειο Ήπειρο, στην ένταξη του Βορειοηπειρωτικού ζητήματος στα κηρύγματά του, αλλά και στην καθιέρωση ιδιαίτερου Παρακλητικού Κανόνα αφιερωμένο στους Αγίους της Βορείου Ηπείρου[1], ο οποίος συντάχθηκε από τον Αγιορείτη Μοναχό και Υμνογράφο της Μ.τ.Χ. Εκκλησίας Γεράσιμο Μικραγιαννανίτη, μετά από αίτημα του Μητροπολίτη Σεβαστιανού και εγκρίθηκε από την Εκκλησία της Ελλάδος.
Προλογίζοντας, ο Σεβαστιανός, την έκδοση του «Παρακλητικοῦ Κανόνος εἰς τοὺς ἐν Βορείῳ Ἠπείρῳ Ἁγίους» – ο οποίος δημιουργήθηκε για να ψάλλεται «ὑπὲρ τῶν ἐν Βορείῳ Ἠπείρῳ δοκιμαζομένων καὶ καταπιεζομένων ὀρθοδόξων ἀδελφῶν ἡμῶν»[2] – σημειώνει «Ποῦ ἀλλοῦ, λοιπόν τῆς γῆς, συμβαίνουν τέτοια πράγματα; (αναφέρθηκε προηγουμένως στην απαγόρευση από το Αλβανικό καθεστώς κάθε θρησκευτικής εκδήλωσης και της χρήσης της ελληνικής γλώσσας) Ποῦ ἀλλοῦ στραγγαλίζονται τόσον βάρβαρα τά ἀνθρώπινα δικαιώματα; Πουθενά! Μόνον εἰς τήν Βόρειον Ἤπειρον. Καί τό χρέος, τώρα, ὅλων μας ποῖον εἶναι; Ἡ διά παντός τρόπου καί μέσου συμπαράστασις προς τούς χειμαζομένους ἀδελφούς μας. Ἄς ἐνημερώνουμε καί ἄς διαφωτίζουμε συγγενεῖς, φίλους, γνωστούς, δημοσιογράφους, πολιτικούς διά τό τί συμβαίνει ἐκεῖ μέσα… Ἀκόμη μαζί μέ ἄλλους ἄς διαμαρτυρόμεθα πρός κάθε κατεύθυνσιν καί μέ κάθε τρόπον διά τόν στραγγαλισμόν τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων ἐν Βορείῳ Ἠπείρῳ. Πρὸ παντός ὅμως, ἄς χρησιμοποιήσωμεν τό πανίσχυρον ὅπλον τῶν πιστῶν, πού εἶναι ἡ προσευχή. Θερμή προσευχή χρειάζεται πρός τόν Θεόν νά σώσῃ τούς ἀδελφούς μας. Ὅπως ἔσωσε τούς τρεῖς Παῖδας άπό τήν κάμινον τοῦ πυρός καί τόν προφήτην Δανιήλ ἀπό τούς λέοντες. Ὅπως ἔσωσε πρό παντώς τό Γένος μας, εἰς τά 400 χρόνια τῆς Τουρκικῆς σκλαβιᾶς καί ἐχάρισε τήν ἐλευθερίαν, ἔτσι νά σώσῃ καί τους μάρτυρας ἀδελφούς μας τῆς Βορείου Ἠπείρου. Καί τώρα μέν,νά τους στηρίξῃ εἰς τήν πίστην πρός τόν Χριστόν καί τήν Ἑλλάδα. Νά μή λυγίσουν, ἀλλά νά μείνουν, αὐτοί καί τά παιδιά τους Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί καί Ἕλληνες. Σύντομα δέ νά τους χαρίσῃ τήν ἐλευθερίαν, ὥστε ἐλεύθεροι νά ἠμποροῦν νά λατρεύουν τόν Θεόν, νά ἐκκλησιάζονται καί νά προσεύχονται ἀνεμπόδιστα».
Ακόμη και η επιλογή της ευαγγελικής περικοπής που διαβάζεται στον Παρακλητικό Κανόνα για τους Αγίους της Βορείου Ηπείρου, δείχνει τον τρόπο που ο Σεβαστιανός χειρίστηκε το Βορειοηπειρωτικό ζήτημα. Η εν λόγω ευαγγελική περικοπή είναι η παραβολή του «Κριτή της αδικίας»[3] στην οποία η αδικημένη χήρα καταφέρνει τον κριτή να εκδώσει την απόφαση του, μόνο και μόνο για να απαλλαγεί από τις συνεχείς οχλήσεις της. Αυτό ζητούσε και ο Σεβαστιανός. Τη συνεχή όχληση των «ισχυρών» ώστε να επιτευχθεί η δικαίωση του βορειοηπειρωτικού ελληνισμού, έστω και όχι «ένεκεν δικαιοσύνης» αλλά για να αποφύγουν τις συνεχείς διαμαρτυρίες των αγωνιζομένων για το εθνικό θέμα της Βορείου Ηπείρου.
Με αυτή την προοπτική πορεύτηκε ο Σεβαστιανός και στο εσωτερικό της Ελλάδας. Με συνεχείς οχλήσεις προσπάθησε να «αναστήσει» στην νεοελληνική κοινωνία το ζήτημα της Βορείου Ηπείρου, και να κινητοποιήσει λαό και πολιτικούς σε ένα αγώνα για την εξασφάλιση για τον ελληνισμό της Βορείου Ηπείρου, του αυτονόητου, για όλο τον υπόλοιπο πολιτισμένο κόσμο, σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Σ’ αυτήν την προσπάθειά του ο Σεβαστιανός απέκτησε αρκετούς συνοδοιπόρους, πολλούς φίλους και ορκισμένους «εχθρούς». Φίλους που στάθηκαν δίπλα του σε κάθε προσπάθεια και με κάθε θυσία, αλλά και αντιπάλους - ακόμη και μέσα από το χώρο της Εκκλησίας - που εναντιώθηκαν στις επιλογές του και αμφισβήτησαν την αγνότητα των ελατηρίων και η ανιδιοτέλεια των επιλογών του.
Ο ίδιος σημειώνει χαρακτηριστικά στη Διαθήκη του: «Ζητῶ, τώρα, συγγνώμην ἀπό ὅλους, ὅσους ἐλύπησα ἤ ἐπίκρανα καθ’ οἱονδήποτε τρόπον. Παρέχω δέ καί ἐγώ τήν ἐξ ὅλης ψυχῆς καί καρδίας μου συγχώρησιν εἰς ὅσους, ἄθελά τους, μέ ἐλύπησαν καί μάλιστα ἐξ αἰτίας τοῦ ἐθνικοῦ θέματος τῆς Β. Ἠπείρου. Τώρα, ἀσφαλῶς, ὅπως ἐξελίχθησαν τά πράγματα, ὅλοι, ὑποθέτω, θά ἀντελήφθησαν τήν ἁγνότητα τῶν προθέσεών μου»[4]. Ο Σεβαστιανός από την ενασχόλησή του με το Βορειοηπειρωτικό Ζήτημα ούτε χρήματα απέκτησε, ούτε πολιτική αναγνώριση, αλλά ούτε και κάποια εκκλησιαστική εξέλιξη επιζήτησε. Η δήλωσή του στον τότε δημοσιογράφο της «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ» Πάνο Παναγιωτόπουλο ότι την Μητρόπολη στην Κόνιτσα «δεν την αλλάζω με καμία άλλη σε ολόκληρη την Ελλάδα. Μία μόνο κίνηση δέχομαι. Να φύγω από την Κόνιτσα και να μεταφέρω την έδρα μου εκεί πού ήταν και πριν. Στο Αργυρόκαστρο!»[5] δείχνει για μια ακόμη φορά ότι για τον Σεβαστιανό το Βορειοηπειρωτικό ήταν ζήτημα ηθικής, εθνικής και εκκλησιαστικής τάξης. Τίποτε περισσότερο. Τίποτε λιγότερο.
Κλείνοντας την παρούσα εργασία, παραθέτουμε σκέψεις του Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου (Βλάχου) αναφορικά με την προσωπικότητα του Σεβαστιανού, σε σχέση με το βορειοηπεριρωτικό ζήτημα, οι οποίες περιεκτικά περιγράφουν την ιστορική αλήθεια για το πρόσωπο του μακαριστού Μητροπολίτη Δρυϊνουπόλεως.
«Ἔχω τήν αἴσθηση ὅτι ὁ Θεός ἀποδεχθηκε τόν Σεβαστιανό ὡς ἕναν ἀσκητή καί μάρτυρα. Ἦταν ἕνας ἁγνός Κληρικός πού ἀγωνίσθηκε μέ ὅλες τους τίς δυνάμεις καί στό Βορειοηπειρωτικό θέμα μέ ἁγνές προθέσεις καί ἀγαθά κίνητρα. Τό ἔκανε ὡς Ὀρθόδοξος Ἱεράρχης καί Ἕλλην Ἐπίσκοπος, μέσα ἀπό τήν Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ Γένους.
Θά πρέπη νά ἐπεκτείνω τίς σκέψεις μου γιά τό θέμα αὐτό καί κυρίως νά ὑπογραμμίσω ὁ Μητροπολίτης Σεβαστιανός ἦταν Ἱεράρχης, Ἐθνάρχης ἀλλά καί Πνευματικός ἄνθρωπος.
Ὁ Σεβαστιανος ξεκίνησε τό ἐνδιαφέρον του γιά τήν Βόρειο Ἤπειρο ὡς Ἱεράρχης, ἀφοῦ μάλιστα ἡ Δρυϊνούπολις ἦταν ἀρχαιοτάτη πόλη τῆς Βορείου Ἠπείρου πού ταυτιζόταν μέ τήν Ἀνδριανούπολη καί τά ἐρείπιά της βρίσκονται στήν ἐπαρχία Ἀργυροκάστρου. Ἄλλωστε στήν “φήμη” του ὁ Μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως χαρακτηρίζεται “ὑπερτιμος καί ἔξαρχος πάσης Βορείου Ἠπείρου” . Πέραν ἀπό τόν λόγο αὐτό, ὁ ἴδιος ὡς Κληρικός καί δή Ἱεράρχης πονοῦσε γιά τό δράμα τοῦ χριστιανικοῦ καί ἑλληνικοῦ αὐτοῦ λαοῦ πού στεροῦνταν τά βασικά ἀνθρώπινα δικαιώματά τους, ὅπως τό “θρησκεύεσθαι”, πράγμα τό ὁποῖο δέν γινόταν οὔτε στίς ἄλλες κομμουνιστικές χῶρες. Αὐτός ἦταν καί ὁ λόγος γιά τον ὁποῖο στόν ἐνθρονιστήριο λόγο του, ἀκόμη ἀπό τήν ἀρχή, ἀναφέρθηκε στούς Βορειοηπειρῶτες.
Κατά τήν διάρκεια του αγῶνος του, πού ἀρχισε νά συνειδητοποιῆ καλύτερα τό πρόβλημα, ἐκτιμοῦσε βαθύτατα τούς προκατόχους του, κυρίως τόν Σπυρίδωνα, Ἐπίσκοπο Βελλᾶς καί Κονίτσης, ἀργότερα Ἰωαννίνων καί μετέπειτα Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν πού ἀγωνίστηκε γιά τήν Βόρειο Ἤπειρο.Έμφανιζόταν μπροστά του ὁ ἔθναρχικός ρόλος, ὡς προς τό θέμα αὐτό. Δέν τό ἔλεγε ἀνοικτά, δεν θεωροῦσε ἔστω καί ἐμμέσως ὁτι εἶναι ἐθνάρχης, ἀλλά αὐτό ὑποδείκνυε ἡ δράση του, δεδομένου ὅτι στήν Ἀλβανία δέν ὑφίστατο Ἐκκλησία, οὔτε Κληρικοί, οὔτε ἐπιτρεπόταν ἡ Χριστιανική λατρεία.
Ἔτσι, βλέποντας κανείς τό ἔργο τοῦ Σεβαστιανοῦ στό θέμα αὐτό, βλέπει καθαρά ὁτι κινεῖτο μεταξύ τοῦ Ἱεραρχικοῦ καί Ἐθναρχικοῦ ρόλου.Πάντοτε σέ τέτοιες δύσκολες περιπτώσεις, ὅταν δέν ὑφίσταται πολιτική ἡγεσία, ἡ Ἐκκλησία ἀναδεικνύει – καί εἶναι ὑποχρεωμένη νά τό κάνη – τόν ἐθναρχικό της ρόλο. Πολύ περισσότερο πού στήν Βόρειο Ἤπειρο δέν ὑφίστατο καί κανονική Ἐκκλησία.Ἔτσι, ἀπό τό Ἱεράρχης πέρασε στό Ἐθνάρχης, χωρίς νά τό λέγη καί νά τό αἰσθάνεται, ἀλλά νά γίνεται, γιατί ἐκεῖ ὁδηγήθηκαν τά πράγματα. Μέ αύτόν τόν ρόλο, ὡς προστάτη τους τόν ἔβλεπαν οἱ φυγάδες ἀπό τήν Ἀλβανία, ἀλλά καί οἱ Χριστιανοί καί Ἕλληνες πού ζοῦσαν μέσα στό καθεστώς αυτό.
Ἡ Ἑλληνική, ὅμως, Πολιτεία, ἐνεργοῦσε διαφορετικά ὡς πρός τό Βορειοηπειρωτικό θέμα, ἀφοῦ ἔβλεπε τήν ὑπάρχουσα διεθνή κατάσταση. Ἄλλωστε, ἀπό τήν φύση της ἡ πολιτική εἶναι ἡ τέχνη τοῦ ἐφικτοῦ καί ὄχι τοῦ ἰδανικοῦ. Αὐτός ἦταν ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο μερικές φορές φαινόταν μιά σύγκρουση μεταξύ τῆς δράσεως τοῦ Σεβαστιανοῦ καί τῆς πολιτικῆς βούλησης τῆς ἑκάστοτε πολιτικῆς ἐξουσίας. Ἐξ’ ἄλλου ἡ τάση μερικῶν νά ὑποσστηρίζουν ἐν παντί καί κατά πάντα τήν ἰδεολογία τοῦ “ὑπαρκτοῦ σοσιαλισμοῦ”, δημιουργοῦσε μερικές ἐντάσεις στό κήρυγμα καί τήν δράση τοῦ Σεβαστιανοῦ. Ὅμως, ὁ Σεβαστιανός κινεῖτο σέ ἄλλα ἐπίπεδα, τά ὁποία δέν φαινόταν εὐδιάκριτα στούς πολιτικούς. Ἦταν ἐκκλησιαστικός ἄνδρας μέ ἰδανικά καί άσυμβίβαστος στὶς σκοπιμότητες. Ἔτσι, ἡ ὅλη δράση του ξεπερνοῦσε κατά πολύ τήν ἐποχή του, ἀλλά καί τά θυελώδη γεγονότα πού συνέβησαν μετά τό 1990 ξεπέρασαν καί τις προσδοκίες τοῦ Σεβαστιανοῦ.
Αὐτή ἡ διάσταση μεταξύ “Ἱεράρχου -Ἐθνάρχου” καί Πολιτικῶν φαίνεται καθαρά και κατά τήν περίοδο μετά τήν ἔναρξη τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821, καί στα πρῶτα βήματα τῆς Ἐλευθερίας. Γιά παράδειγμα, ὁ Παλαιῶν Πατρῶν Γερμανός ἐνεργοῦσε ὡς Ἱεράρχης καί δέν ἐπιθυμοῦσε τήν ὑποδούλωση τῆς Ἐκκλησίας στόν Πάπα, γιά χάρη τῆς πολιτικῆς ἐλευθερίας, ἐνῶ κατ’ ἀντίθετο τρόπο ἐνεργοῦσαν οἱ “Πολιτικοί”. Ἡ ἴδια διάσταση ὑπῆρχε καί μεταξύ “Πολιτικῶν” καί “Στρατιωτικῶν”.
Ὅμως, ὁ Σεβαστιανός, ἐνῶ ἐνεργοῦσε ὡς Ἱεράρχης - Ἐθνάρχης (χωρίς τό δεύτερο νά τό λέγη, ἴσως οὔτε καί νά τό αἰσθάνεται), ἐν τούτοις δέν εἶχε ἐγκαταλείψει τήν ἐκκλησιαστική του ἀποστολή. Ἦταν πνευματικός Ἱεράρχης μέ φόβο Θεοῦ, ἀγάπη στον Θεό καί τόν ἄνθρωπο, ἁγνότητα καί καθατότητα τῆς καρδιᾶς, ἔξω ἀπό σκοπιμότητες και χρησιμοθηρικές ἐπιδιώξεις. Ἦταν ἁγνός καί εὐθύς ἄνθρωπος, ἀνυποχώτητος καί ἀσυμμβίβαστος, ξένος στις πολιτικές σκοπιμότητες.
Αὐτή ἡ ἁγνότητά του καί τό ἐκκλησιαστικό του ἦθος φαίνεται στήν αἴσθηση τοῦ μαρτυρίου πού τόν διακατεῖχε συνεχῶς. Μέσα ἀπό αὐτήν τήν προοπτική εἶδε τό ἔργο του καί ὁ ἡσυχαστής καί διακριτικός γέροντας Ἐφραίμ ὁ Κατουνακιώτης καί τοῦ εὐχήθηκε τό μαρτύριο. Ἀλλά καί ἡ μορφή τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, πού τόν διακατεῖχε καί τόν ἐνέπνεε, δείχνει αὐτήν τήν πραγματικότητα.
Τελικά, ὁ Σεβαστιανός ἦταν ἕνας γνήσιος ἄνθρωπος, ἀγωνιστής Ἱεράρχης, ἀτρόμητος Ἐθνάρχης, κρατῶντας τήν καθαρότητα τῆς ἀποστολῆς του καί ἐνεργῶντας μέσα ἀπό τήν πνευματική έν Χριστῷ ζωή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πού ζοῦσε. Ἐνεργοῦσε περισσότερο ὡς μάρτυρας τῆς Ἐκκλησίας, δίνοντας τήν μαρτυρία τῆς πίστεώς του καί ἀναμένοντας τό μαρτύριο, παρά ὡς ἕνας ἱδεολόγος. Τό γιατί δέν ἐπέτρεψε ὁ Θεός νά μαρτυρήση, δέν τό γνωρίζουμε, ἀλλά εἶναι μάρτυρας “τῇ προαιρέσει”.
Εἶναι γεγονός ὅτι ὁ Σεβαστιανός ἦταν ἕνας σπάνιος ἄνθρωπος καί ἀγωνιστής Κληρικός, ἕνας Πνευματικός Ἱεράρχης»[6].
Βασίλειος Π. Μάλιακας
Θεολόγος



[1]Βλ. «Κανών Παρακλητικὸς εἰς τοὺς ἐν Βορείῳ Ἠπείρῳ Ἁγίους», Ποίημα Γερασίμου Μοναχοῦ Μικραγιαννανίτου, ἐγκρίσει τῆς Ι.Σ. τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (Ἀριθμ. Πρωτ. 556/87/26-02-1988).
[2]Ο σκοπός του εν λόγω Παρακλητικού  Κανόνα σημειώνεται και ως υπότιτλος στην έντυπη έκδοσή του: «Ψαλλόμενος ὑπὲρ τῶν ἐν Βορείῳ Ἠπείρῳ δοκιμαζομένων & καταπιεζομένων ὀρθοδόξων ἀδελφῶν ἡμῶν» - (Ἀθῆναι 1988).
[3]Βλ. Λκ. 18, 2-8.
[4]Βλ. παράγραφος η) ιδιόχειρης Διαθήκης Μητροπολίτου Σεβαστιανού..
[5]Βλ. εφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» της Κυριακής, φύλλο 01-10-1984.
[6]Βλ. Βλάχου, Ἱεροθ. (Μητρ. Ναυπάκτου καί Ἁγ. Βλασίου), Παλαιόν ὄφλημα, Ἐκδ. Ἱ.Μ. Γενεθλίου Θεοτόκου, 2008, σ. 202-205.