ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΔΡΥΪΝΟΥΠΟΛΕΩΣ, ΠΩΓΩΝΙΑΝΗΣ ΚΑΙ ΚΟΝITΣHΣ
ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ 2α
Πρός τόν Ἱερόν Κλῆρον, τίς Μοναστικές Ἀδελφότητες καί τό εὐσεβές πλήρωμα τῆς
καθ' ἡμᾶς Ἱερᾶς Μητροπόλεως
«Πάσχα ἱερὸν ἡμῖν σήμερον ἀναδέδεικται»
Τέκνα ἐν Κυρίῳ πνευματικά, Χριστὸς Ἀνέστη!
Μᾶς ἀξιώνει τὸ ἄπειρο ἔλεος καὶ ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ νὰ ζήσωμε ἄλλο ἕνα Πάσχα, τὴν ἑορτὴ αὐτὴ τὴν ἰδιαίτερα αγαπημένη καὶ στενά συνδεδεμένη μὲ κάθε Ὀρθόδοξο Χριστιανό, τὴν «ἑορτὴ τῶν ἑορτῶν καὶ πανήγυρη τῶν πανηγύρεων».
Τί εἶναι ὅμως αὐτὸ ποὺ κάνει τὴν ἑορτὴ τόσο σπουδαία, τόσο ξεχωριστὴ στὴ συνείδησι τοῦ κάθε Χριστιανοῦ, τοῦ κάθε Ἕλληνα; Τὸ ἰδιαίτερο τελετουργικὸ τῶν ἡμερῶν; Τὰ πολλὰ καὶ διαφορετικὰ ἔθιμα; Ἡ εὐκαιρία συναναστροφῆς μὲ οἰκείους καὶ συγγενεῖς; Τίποτα ἀπὸ ὅλα αὐτά! Αὐτὸ τοῦτο τὸ ἱστορικὸ γεγονὸς τὴν καθιστᾷ μοναδικὴ καὶ ἀνεπανάληπτη στὴν παγκόσμια ἱστορία.
Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, ὡς ἀδιαμφισβήτητο γεγονὸς ἀποτελεῖ τὴν πεμπτουσία τῆς πίστεώς μας καὶ τὸν θεμέλιο λίθο ὅλου τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ οἰκοδομήματος. Ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν, Παῦλος, θέλοντας νὰ δείξῃ τὴ σημασία τῆς Ἀναστάσεως ὡς ἱστορικὰ πραγματικοῦ γεγονότος ἐμφαντικὰ θὰ πεῖ: «Ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀνάσταση νεκρῶν, τότε οὔτε ὁ Χριστὸς ἔχει ἀναστηθῇ. Κι' ἂν ὁ Χριστὸς δὲν ἔχει ἀναστηθῇ, τότε τὸ κήρυγμά μας εἶναι χωρὶς νόημα, τὸ ἴδιο καὶ ἡ πίστη μας» (Α ́ Κορ. ιε ́ 13-14).
Τὸ μεγαλεῖο τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου δὲν ἔγκειται μόνο σὲ αὐτὸ τοῦτο τὸ ἱστορικὸ γεγονός. Ἄλλωστε δὲν εἶναι ἡ πρώτη, ἀλλὰ ἡ ἕβδομη καταγεγραμμένη ἀνάσταση στό ἱερό κείμενο τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Μὲ τὴ βασικὴ διαφορὰ βεβαίως πὼς οἱ πρό τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ἀναστάντες κατέληξαν πάλι στὸν θάνατο, ἐνῶ ὁ Χριστὸς ὄχι.
