Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2011

Δ΄ Κυριακή Ματθαίου

Δ΄ Κυριακή Ματθαίου
(Ματθ. η΄ 5-13)

Αρκετοί άνθρωποι πιστεύουν ότι είναι σωστοί στα θέματα της πίστεως, και εντάξει στα κοινωνικά τους και όχι μόνο καθήκοντα που απορρέουν από αυτή τους την πίστη.
Δεν αποκλείεται μάλιστα ορισμένοι να φτάνουν και στο σημείο να απονέμουν στον εαυτό τους «πιστοποιητικό αγιότητος» και να θεωρούν το πρόσωπό τους «παράδειγμα προς μίμησην»...
Κάπως έτσι θα σκέπτονταν και πολλοί Ιουδαίοι όταν ο Ιησούς επισκέφθηκε την Καπερναούμ και συναντήθηκε με τον εκατόνταρχο, για τον οποίο γίνεται ειδική αναφορά στο Ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής.
Αλλά τί ήταν αυτός ο εκατόνταρχος; Όπως το λέει και ο τίτλος του, ήταν αξιωματικός του Ρωμαϊκού στρατού και Ρωμαίος πολίτης. Αξίωμα δηλαδή και τίτλος με πολιτικά δικαιώματα καθόλου ευκαταφρόνητα. Ο αξιωματούχος αυτός είχε ένα δούλο ασθενή, κατάκοιτο, που πονούσε συνεχώς και βασανιζόταν από την ασθένεια. Εντελώς ανίκανο να κινηθεί για να υπηρετήσει όχι τον κύριό του, αλλ’ ούτε τον εαυτό του... Τί σήμαιναν όλ’ αυτά; Για να καταλάβουμε τί σήμαιναν, ας ξεχάσουμε το παρόν. Την εποχή εκείνη, ένας άλλος Ρωμαίος πολίτης και μάλιστα αξιωματικός του Ρωμαϊκού στρατού, στη θέση του εκατόνταρχου, θα άφηνε το δούλο του νηστικό ίσως και διψασμένο για να πεθάνει μια ώρα νωρίτερα. Ή θα τον πετούσε κάπου στα χωράφια, όπως ένα ετοιμοθάνατο ζώο. Άλλωστε σαν ζώα και κατώτερους ακόμα, θεωρούσα τότε οι Ρωμαίοι τους δούλους τους. Ούτε που τους έδιναν σημασία...
Αλλά να ο εκατόνταρχος, ο ειδωλολάτρης, που δεν γνωρίζει και δεν ζει την αποκαλυπτική πίστη των Ιουδαίων, παρουσιάζει μια συμπεριφορά που μας εκπλήσσει ακόμα και σήμερα, που υποτίθεται ότι έχουμε γίνει «περισσότερο άνθρωποι» ;
Πλησιάζει λοιπόν τον Ιησού «...παρακαλών αυτόν και λέγων. Κύριε, ο παις μου βέβληται εν τη οικία παραλυτικός, δεινώς βασανιζόμενος» (Ματθ. Η ΄ 6) δηλ. παρακάλεσε τον Ιησού λέγοντάς του, Κύριε, ο δούλος μου είναι κατάκοιτος στο σπίτι ως παραλυτικός, και βασανίζεται φρικτά. Και όταν ο Κύριος προθυμοποιείται να πάει στο σπίτι για να θεραπεύσει το δούλο, ο ειδωλολάτρης αυτός εκατόνταρχος, ανοίγει το μυροδοχείο του εσωτερικού του κόσμου, αρνείται ευγενικά, και με μια καταπληκτική επιχειρηματολογία που αναπτύσσει από την τακτική του στρατιωτικού κώδικα, τελικώς, με συντριβή παρακαλεί τον Θεάνθρωπο, να μη μπει στον κόπο να πάει στο σπίτι του.  «Κύριε, ουκ ειμί ικανός ίνα μου υπό την στέγην εισέλθης, αλλά μόνον ειπέ λόγω, και ιαθήσεται ο παις μου.» (Ματθ. Η ΄ 8) δηλ. Κύριε, δεν είμαι άξιος για να μπεις κάτω από τη στέγη μου. Αλλά μόνο δώσε διαταγή με λόγο και θα θεραπευθεί ο δούλος μου.
Δεν γνωρίζω φίλοι μου αν υπάρχει άνθρωπος που να μην συγκινείται η καρδιά του από τον λόγο του «σκληροτράχηλου» αυτού Ρωμαίου αξιωματικού... Πάντως είναι από τις ελάχιστες φορές που ο Ιησούς θαυμάζει την πίστη ενός ανθρώπου.
Το γεγονός αυτό προξένησε τόση εντύπωση, που ο Ευαγγελιστής Ματθαίος, ζυγίζοντας μία μία τις λέξεις που χρησιμοποιεί, μας καταγράφει τόσο τον θαυμασμό του Κυρίου, όσο και τα χαρακτηριστικά του λόγια που από τότε ηχούν ως «εγερτήριον σάλπισμα» αλλά και ως σήμα κινδύνου στα ώτα όσων έχουν αποδεχθεί την πίστη στο Θεό.
Ας δούμε σε σύντομη μετάφραση τους καταπληκτικούς αυτούς στίχους: «Όταν άκουσε ο Ιησούς, θαύμασε και είπε σ’ αυτούς που τον ακολουθούσαν ¨Αληθινά σας λέγω, ούτε στον Ισραήλ δεν βρήκα τόσο μεγάλη πίστη. Και σας βεβαιώνω, ότι πολλοί από Ανατολή και Δύση θα έλθουν, και θα καθίσουν στο τραπέζι στη Βασιλεία των Ουρανών, μαζί με τον Αβραάμ και τον Ισαάκ και τον Ιακώβ, ενώ οι άνθρωποι της Βασιλείας θα πεταχθούν έξω στο βαθύτερο σκοτάδι. Εκεί θα κλαίνε και θα τρίζουν τα δόντια από πόν層. (Ματθ. Η ΄ 10-12)
Επόμενο ήταν, μετά από αυτά που συγκλονίζουν κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο, να πραγματοποιηθεί η επιθυμία του εκατόνταρχου. «Και είπεν ο Ιησούς τω εκατοντάρχω. Ύπαγε και ως επίστευσας γενηθήτω σοι. Και ιάθη ο παις αυτού εν τη ώρα εκείνη» (Ματθ. Η ΄ 13) δηλ. είπε ο Ιησούς στον εκατόνταρχο ¨Πήγαινε και να σου γίνει όπως πίστευσες¨ . Και θεραπεύθηκε ο δούλος του εκείνη ακριβώς τη στιγμή.
Οπωσδήποτε ο εκατόνταρχος στα μάτια των Εβραίων, και μάλιστα των φανατικών, θα ήταν ένα βδέλυγμα. Σίγουρα θα πίστευαν ότι το ίδιο θα συνέβαινε και στο Θεό, αφού ο Ρωμαίος εκείνος αξιωματικός δεν ανήκε στον «εκλεκτό λαό». Να όμως που ο ίδιος ο Θεάνθρωπος, ο «ετάζων νεφρούς και καρδίας», φέρνει στην επιφάνεια διαφορετική την πραγματικότητα απ’ ό, τι υπολόγιζαν οι άνθρωποι.
Όχι βέβαια πως φταίει η πίστη όταν κάποιοι που φαίνεται ότι την αποδέχονται, παρουσιάζουν υπερήφανη και ανάρμοστη συμπεριφορά. Ούτε πάλι, όσοι δεν έχουν ακόμα γνωρίσει την ορθή επικοινωνία με τον Θεό και παρουσιάζουν θετικά στοιχεία, θα πρέπει να επαναπαύονται και να παραμένουν στην άγνοιά τους.
Αυτό που θα πρέπει να συμβαίνει είναι , αφ’ ενός όσοι αποδέχθηκαν την πίστη, να μην οικειοποιούνται εγωιστικά το Θεό, λες και οι άλλοι δεν έχουν πνευματικά δικαιώματα στην αγάπη Του, και αφ’ ετέρου, όσοι διαθέτουν από χαρακτήρος ή από μόρφωση κάποια χαρίσματα που τους κάνουν δεκτικούς στην χάρη του Θεού, να συνεχίσουν εν ταπεινώσει, την προσέγγιση και την γνωριμία με το Θεανδρικό πρόσωπο του Κυρίου Ιησού.
Παρόμοιες περιπτώσεις σαν του εκατόνταρχου υπάρχουν σε κάθε εποχή και σε κάθε τόπο (για να θυμηθούμε εν προκειμένω και τον εκατόνταρχο ¨επί του Σταυρού¨ δηλ. τον άγιο Λογγίνο).
Βλέπουμε πρόσωπα που ενώ δεν έχουν γνωρίσει σε βάθος και πλάτος τη Χριστιανική Πίστη, δεν έχουν συνδεθεί άμεσα με τον Ιησού μέσω των μυστηρίων της Εκκλησίας Του, όμως παρουσιάζουν τόσο αγαθή διάθεση και φαίνονται τόσο δεκτικοί της χάριτος που αισθάνεται κανείς ότι όντως, τέτοιοι άνθρωποι θα πρέπει να βρίσκονται σε θέσεις «κλειδιά» μέσα στην κοινωνία, για το καλό του συνόλου...
Φυσικά, ο Θεός που δεν είναι προσωπολήπτης, χαρίζει «απλόχερα» τις ευκαιρίες του, ώστε να βρουν οι καλοπροαίρετες αυτές ψυχές εκείνο το οποίο πραγματικά ζητούν.
Αρκεί να είναι κανείς άνθρωπος που διψά την αλήθεια. Αν πράγματι είναι, τότε μετά βεβαιότητος θα ακούσει της φωνής του Κυρίου: «...πας ο ων εκ της αληθείας, ακούει μου της φωνής» (Ιωάν. ΙΗ ΄ 37).
Είθε να δώσει ο Θεός, όσοι πιστεύουμε να «φιλτράρουμε» την πίστη μας στην διπλή αγάπη, του Θεού και των ανθρώπων, και όσοι καλοδιάθετοι, σύντομα να γευθούν αυτό που πραγματικά διψούν, όπως ακριβώς το γεύθηκε και ο Ρωμαίος εκατόνταρχος.
Αμήν.                 

+ π. Ἰ.Κ.