Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2011

ΑΓΑΠΗ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ (ΜΕΡΟΣ A’)


ΑΓΑΠΗ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ  A
                      
Όπως όλοι βλέπουμε και ζούμε, ο Οικουμενισμός και η Παγκοσμιοποίησις, έχουν περάσει για τα καλά στη ζωή μας και έχουν διαβρώσει συνειδήσεις με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να πλανηθούν ακόμα και οι εκλεκτοί κατά τον λόγο του Κυρίου μας: «Εγερθήσονται γαρ ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήται και δώσουσι σημεία μεγάλα και τέρατα, ώστε πλανήσαι, ει δυνατόν, και τους εκλεκτούς» (Ματθ. κδ’ 24).
Ένα βασικό κεφάλαιο που έχει να κάνει με την εθνική μας ζωή και οπωσδήποτε με αυτή την Ορθόδοξη Χριστιανική μας συνείδηση και που επηρεάζεται άμεσα από το διεθνιστικό πνεύμα της παγκοσμιοποίησης και από τον θρησκευτικό συγκρητισμό, είναι και το θέμα Πατρίδα.
Δυστυχώς, ακούγονται φωνές οι οποίες καλυμμένες με ένα διάτρητο θεολογικό μανδύα, προσπαθούν να πείσουν τους πιστούς Χριστιανούς ότι η αγάπη και ο αγώνας για την πατρίδα είναι κάτι που δεν στέκει στον χώρο της Εκκλησίας. Ακόμα ισχυρίζονται ότι τα Ελληνοχριστιανικά ιδανικά μας, Ορθοδοξία, Πατρίδα, Οικογένεια είναι αντιλήψεις παρωχημένων εποχών και δεν απηχούν τη σύγχρονη πραγματικότητα της ζωής.
Για να δούμε όμως, πως πραγματικά έχουν τα πράγματα. Ποία είναι η μαρτυρία της παραδόσεώς μας; Τι ακριβώς αναφέρει η Αγία Γραφή Π & Κ.Δ. για το θέμα της Πατρίδας;
Πως έζησαν οι πρόγονοί μας την έννοια Πατρίδα και τα ιδανικά μας;
Σίγουρα οι πατέρες της Εκκλησίας που αγάπησαν με όλη τη δύναμη της καρδίας τους τον Κύριό μας και που έφθασαν σε πολύ υψηλά επίπεδα αρετής και αγιότητας, δεν έκαναν λάθος όταν έγραφαν και κήρυτταν για την αγάπη και την προστασία της επίγειας Πατρίδας.
Και μετά βεβαιότητας, όσοι κηρύττουν διαφορετικές απόψεις επάνω στο θέμα αυτό δεν μπορούν να ισχυρίζονται ότι εκφράζουν την γνήσια παραδοσιακή γραμμή, η οποία αναπαύει την συνείδηση του ανθρώπου.

Π. Διαθήκη
Στο πρώτο τμήμα της Αγίας Γραφής, στα βιβλία της Π. Διαθήκης, θα βρούμε αρκετά χωρία όπου φαίνεται το πνεύμα της αγάπης προς την πατρίδα. Αν και εκφράζει την Πρωτοχριστιανική εποχή, γίνεται φανερός ο τονισμός αυτού του πατριωτισμού.
Περίφημος ο ρλστ’  (136) ψαλμός για το θέμα αυτό. «Επί των ποταμών Βαβυλώνος εκεί εκαθίσαμεν και εκλαύσαμεν εν τω μνησθήναι ημάς της Σιών… Εάν επιλάθωμαί σου, Ιερουσαλήμ, επιλησθείη η δεξιά μου· κολληθείη η γλώσσά μου τω λάρυγγί μου, εάν μη σου μνησθώ». Στις όχθες των ποταμών της Βαβυλώνας (του Τίγρη και του Ευφράτη) εκεί καθίσαμε και κλάψαμε, όταν θυμηθήκαμε εμείς την Ιερουσαλήμ…Εάν σε λησμονήσω Ιερουσαλήμ, ας ξεραθεί το δεξί μου χέρι. Ας κολλήσει η γλώσσά μου στο λάρυγγά μου εάν δεν σε θυμηθώ.
Ο ψαλμός αυτός χαρακτηρίζεται ως «ελεγείον θαυμάσιον και ως ένα  των αριστουργημάτων της λυρικής ποιήσεως των Εβραίων».
Πράγματι η αγάπη προς την πατρίδα και προς τον Θεό δύσκολα μπορούν να φθάσουν σε ψηλότερο επίπεδο. Και στο σημείο αυτό το βιβλίο των ψαλμών, δηλ. στον πατριωτισμό, γίνεται αξεπέραστο.
Αλλά και πολύ προ του Δαβίδ βλέπει κανείς τον γέροντα Πατριάρχη Ιακώβ, να δεσμεύει με όρκο τον υιό του Ιωσήφ, όταν αυτός φύγει από τη ζωή αυτή, να μη τον θάψουν στην ξένη γη της Αιγύπτου, αλλά την ευλογημένη γη της επαγγελίας, στον τάφο των πατέρων του.
Ας δούμε το ιερό κείμενο της Γραφής, που με τόση χάρη μετέφρασαν από την εβραϊκή στην ευλογημένη μας Ελληνική γλώσσα οι Εβδομήκοντα δύο ερμηνευτές.
«Ήγγισαν δε αι ημέραι Ισραήλ του αποθανείν και εκάλεσε τον υιόν αυτού Ιωσήφ και είπεν αυτώ. Ει εύρηκα χάριν εναντίον σου, υπόθες την χείρά σου υπό των  μηρών μου και ποιήσεις επ’ εμέ ελεημοσύνην και αλήθειάν του μη με θάψαι εν Αιγύπτω, αλλά κοιμηθήσομαι μετά των πατέρων μου, και άρης με εξ Αιγύπτου και θάψεις με εν τω τάφω αυτών. Ο δε είπεν· Εγώ ποιήσω κατά το ρήμά σου. Είπε δε· Όμοσόν μοι. Και ώμοσεν αυτώ. Και προσεκύνησεν Ισραήλ επί το άκρον της ράβδου αυτού» (Γεν. μζ 29-31).
Όταν δηλ. πλησίαζαν οι ημέρες του θανάτου του Ισραήλ έστειλε και κάλεσε κοντά του τον υιό του Ιωσήφ και του είπε: «Εάν βρήκα χάριν ενώπιόν σου, βάλε το χέρι σου κάτω από τον μηρόν μου κα ορκίσου ότι θα συμπεριφερθείς απέναντί μου με ελεημοσύνη, με πιστή, υπακοή και ακρίβεια· ότι θα εκπληρώσεις την τελευταία μου επιθυμία η οποία είναι: Όταν θα πεθάνω, να μη με θάψεις στην Αίγυπτο. Θέλω να ταφώ στην Χαναάν, στον ίδιο τόπο με τους πατέρες μου. Θα με μεταφέρεις λοιπόν από την Αίγυπτο στη Χαναάν και θα με θάψεις στο δικό τους μνημείο». Και ο Ιωσήφ του απάντησε: «Σου υπόσχομαι ότι θα κάνω όπως μου είπες». Ο Ιακώβ όμως επέμεινε και του είπε: «Ορκίσου μου ότι θα το κάνεις». Και ο Ιακώβ ορκίστηκε στον πατέρα του. Τότε ο Ισραήλ, επειδή πίστευσε ότι ο Θεός θα βοηθούσε, ώστε να μεταφερθεί η σορός του στη Χαναάν για να ταφεί εκεί, έσκυψε και προσκύνησε τον Θεό, αφού ακούμπησε το μέτωπό του στην άκρη του ραβδιού του, στο οποίο στηριζόταν.
Η επιθυμία αυτή του Ιακώβ για την πατρώα γη εκφράζει και την ιερή επιθυμία προς την πατρίδα όλων των πατριαρχών και των εκλεκτών τέκνων της Π.Δ. Ο ίδιος Πατριάρχης Ιακώβ όταν βρισκόταν στη Μεσοποταμία, ζούσε με το γλυκύ όνειρο να επιστρέψει στη γη Χαναάν. Και τώρα, που λόγω ανάγκης πήγε με τα παιδιά του στην Αίγυπτο και δεν έβλεπε τους απογόνους του να κληρονομούν την γη της επαγγελίας, ζητεί με όρκο, να καλύψει τουλάχιστον το άψυχο σώμα του το ευλογημένο χώμα της.
Δεν μπορεί κανείς παρά να συγκινηθεί από την ιερή αυτή επιθυμία. Αφήνει συγκλονιστικό παράδειγμα ο γέροντας Πατριάρχης στους απογόνους του. Δεν μπορούν παρά και αυτοί που θ’ ακολουθήσουν να αγαπήσουν με όλη τους την καρδία την γη των πατέρων τους.
(Συνεχίζεται).
Αρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος
Ιεροκήρυξ Ι. Μ. Δρ. Πωγ. & Κονίτσης