Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2011

ΑΓΑΠΗ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ Δ’


ΑΓΑΠΗ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ  Δ’

Ζωηρό πατριωτικό αίσθημα είχαν μέσα στην καρδιά τους και οι μαθητές του Χριστού. Παρά την απλότητά τους, η αγάπη προς τον Θεό τους οδηγούσε και στην αγάπη προς την Πατρίδα, γι’ αυτό και με έντονο το ενδιαφέρον, αμέσως μετά την ένδοξη Αναστάσή Του, τον ρωτούν «Κύριε, ει εν τω χρόνώ τούτω αποκαθιστάνεις την Βασλείαν του Ισραήλ;» (Πραξ. Α ,6). Κύριε πες μας, εάν κατά το χρονικό διάστημα των ημερών αυτών πρόκειται να αποκαταστήσεις στην παλαιά της δύναμη και δόξα τη Βασιλεία για τον Ισραήλ;
Ρώτησαν αυτό όχι μόνο διότι αγαπούσαν οι Απόστολοι την Πατρίδα τους, αλλά και διότι γνώριζαν πολύ καλά ότι και ο διδάσκαλος έτρεφε αισθήματα αγνού πατριωτισμού. Αλλά και όλοι οι Ιουδαίοι  γνώριζαν τον Ιησού ως φιλογενή· διότι, όταν τον προσκάλεσαν να ιατρεύσει τον δούλο του Εκατοντάρχου, θέλοντας να κινήσουν επιπλέον την ευσπλαχνία του, σύστησαν τον Εκατόνταρχο ως φίλο του Έθνους.
«Άξιός εστιν ω παρέξει τούτο, αγαπά γαρ το έθνος ημών» (Λουκ. ζ, 4-5).
Διδάσκαλε, τόνισαν, ο άνθρωπος αυτός αξίζει να τον ευεργετήσεις, διότι αγαπά το γένος μας.
Αλλά και ο πρώτος μετά τον ένα· ο θεοκίνητος απόστολος Παύλος, τι αισθήματα πατριωτισμού και αγάπης προς τους ομογενείς του έκλεινε μέσα στα στήθη του. Και μόνο τη συναισθηματική καρδιά του αποστόλου των Εθνών αν δει κανείς, καταλαβαίνει τι θα πει χριστιανικό ενδιαφέρον για τους συμπατριώτες του. Με πόση καύχηση ομολογεί στο Ρωμαίο χιλίαρχο ότι είναι γέννημα και θρέμμα της Ταρσού, υπογραμμίζοντας ότι δεν πρόκειται για καμμιά άσημη πόλη της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. «Εγώ άνθρωπος μεν ειμι Ιουδαίος Ταρσεύς, της Κιλικίας ουκ ασήμου πόλεως πολίτης» (Πραξ. κα’ 39, κβ’, 3). Και όταν σε άλλη περίπτωση χρειάστηκε να δείξει την καταγωγή του, τόνισε ότι ήταν Εβραίος, Ισραηλίτης «σπέρμα Αβραάμ» «εκ φυλής Βενιαμίν», «Εβραίος εξ Εβραίων» (Β’ Κορ. ια’ 21-22 Φιλ. γ’ 4-5).
Κανένας δεν διώχθηκε με τόσο φανατισμό και κανενός το Ιεραποστολικό έργο δεν πολεμήθηκε τόσο πολύ από τους Εβραίους, όσο του Παύλου. Παντού, όπου κι αν πήγαινε να κηρύξει και να ιδρύσει εκκλησίες, οι συμπατριώτες του, προξενούσαν φοβερά σκάνδαλα και τελικώς ξεσήκωναν τους Εθνικούς για να τον κυνηγήσουν και να τον εξοντώσουν. Ακόμα και οι ίδιοι οι Φανατικοί Εβραίοι, ορκίσθηκαν να του αφαιρέσουν τη ζωή. Και όμως ο ίδιος, ποτέ δεν τους μίσησε. Αντίθετα· ομολογούσε πως την καρδιά του, την πίεζε «λύπη μεγάλη» και την βασάνιζε «αδιάλειπτος οδύνη» για την πεισματική απιστία τους. Ποθούσε την επιστροφή τους με τόση θέρμη, ώστε έγραψε τα συγκλονιστικά λόγια ότι για τους συμπατριώτες του όχι απλώς θα θυσίαζε τη ζωή του, αλλά θα γινόταν «ανάθεμα από Χριστού», προκειμένου όλοι αυτοί να πιστέψουν και να γίνουν Χριστιανοί (Ρωμ. θ’, 2-5).
Όντως η φιλοπατρία σε όλο της το μεγαλείο!
Στην ένσταση ορισμένων, που έχουν επηρεασθεί από το πνεύμα του οικουμενισμού και διεθνισμού, ότι δεν πρέπει η Εκκλησία να κάνει ιδιαίτερο λόγο για τα όρια της πατρίδας και για το Έθνος, προβάλλοντας την ρήση του απ. Παύλου «ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην» (Γαλ. γ’, 28-Κολ. γ’ 11), έχουμε να απαντήσουμε τα εξής:
Ο λόγος του απ. των Εθνών, σε καμμία περίπτωση δεν δηλώνει άρση των εθνικών διακρίσεων στη γη, όπως ακριβώς το «ουκ ένι άρσεν και θήλυ» (Γαλ. γ’ 28), δεν σημαίνει την διαφορά μεταξύ των δύο φύλων. Η φράσις «ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην», αναφέρεται στις σχέσεις προς τον Θεό. Και ας μη μας διαφεύγει ότι ο ίδιος ο Παύλος στην ομιλία του επάνω στον Άρειο Πάγο των Αθηνών, τόνισε εκτός των άλλων, ότι ο Θεός καθόρισε «τας οροθεσίας της κατοικίας των εθνών» (Πραξ. ιζ’, 26). Ο ίδιος ο Θεός όρισε για καθένα από τα έθνη τα σύνορα «τας οροθεσίας» της κατοικίας τους.
Γιατί μετά την αμαρτία το κάθε έθνος (οι απόγονοι δηλ. των πατριών και των φυλών), είχαν καλλιεργήσει το δικό τους χαρακτήρα, το δικό τους ήθος, τα δικά τους έθιμα, το δικό τους πολιτισμό.
Βέβαια, είναι αλήθεια, ότι στην Κ. Διαθήκη παραπάνω από τις επίγειες πατρίδες, τονίζεται «η άνω Ιερουσαλήμ, ήτις εστί μήτηρ πάντων ημών» (Γαλ. δ’, 26). Επίσης γνωρίζουμε πολύ καλά ότι «το πολίτευμα ημών εν ουρανοίς υπάρχει» (Φιλ. γ’ 20). Ακόμα δεν θα πρέπει ποτέ να λησμονούμε ότι «ου γαρ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν» (Εβρ. ιγ’, 14). Δεν έχουμε εδώ μόνιμη και διαρκή πατρίδα και πόλη, αλλά με πόθο ζητούμε την μέλλουσα, την άνω Ιερουσαλήμ. Ναι· το γνωρίζουν πολύ καλά αυτό τα πιστά τέκνα της Εκκλησίας, αλλά αυτό δεν συνεπάγεται την κατάργηση της έννοιας της επίγειας πατρίδας στην παρούσα ζωή. Αντιθέτως μάλιστα. Όπως η μία πνευματική οικογένεια και ζωή στο μέλλοντα αιώνα δεν συνεπάγεται την κατάργηση της έννοιας της οικογένειας και των δεσμών του αίματος στον παρόντα αιώνα.
Και επιτέλους και αυτή η πίστις θα καταργηθεί στο μέλλον, όταν δηλ. θα έρθει το τέλειο, στη μέλλουσα ζωή. (Α’ Κορ. ΙΓ’ κεφ.). Ότι όμως θα καταργηθεί η πίστις, διότι θα υπάρχει η αμέση επικοινωνία με τον ίδιο το Θεό και θα κυριαρχεί η αγάπη εννοείται, στους σεσωσμένους και στους αγίους, τούτο δε σημαίνει ότι τώρα δεν υπάρχει η πίστις μαζί με την ελπίδα «νυν δε μένει πίστις, ελπίς, αγάπη, τα τρία ταύτα· μείζων δε τούτων η αγάπη» (Α’ Κορ. ΙΓ’, 13). Ούτε το ότι επειδή στην μέλλουσα ζωή θα υπάρχει μόνο η αγάπη και θα επικοινωνούμε πρόσωπο προς πρόσωπο με το Θεό, σημαίνει ότι θα παύσουμε να αγωνιζόμαστε για την πίστη, όποιο κι αν είναι το κόστος. Όπως λοιπόν από τον αγώνα για την ορθή πίστη φαίνεται η αγάπη προς το Θεό, έτσι και η αγάπη και το ενδιαφέρον προς την επίγεια πατρίδα, διαφαίνεται η συγκροτημένη και ολοκληρωμένη προσωπικότητα του πιστού χριστιανού (Β’ Τιμ., 3.17).
Επομένως, μπορεί να μην υπάρχει η συστηματική διδασκαλία για τη σχέση Εκκλησίας και Έθνους, Πίστεως και Πατρίδας, μέσα στα ιερά κείμενα της Κ. Διαθήκης, πουθενά όμως δεν καταδικάζεται σ’ αυτή ως κάτι το κακό, το αγνό εθνικό συναίσθημα. Σε κανένα απολύτως σημείο του λόγου του Θεού δεν παρουσιάζεται αυτό ως αντιτιθέμενο προς το θρησκευτικό συναίσθημα, ούτε πάλι, όπως είδαμε, η έννοια του πόθου της άνω Ιερουσαλήμ, δηλ. του Παραδείσου, αποκλείει την αγάπη προς την επίγεια πατρίδα. Αντιθέτως, προκύπτει από τη μελέτη τόσων χωρίων στην Παλαιά, όσο και στην Κ. Διαθήκη, ότι η αγάπη προς το Έθνος, θεωρείται ως φυσικό, ανθρώπινο συναίσθημα, το οποίο εξαγιάζεται από τη στάση του ιδίου του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.
(Συνεχίζεται)


Αρχ. Ιωήλ Κωνστάνταρος
Κόνιτσα
Email: p.ioil@freemail.gr