Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2013

Ὁ Ἱερέας καὶ ἡ ἱερή ἀποστολή του (Ὁμιλία π. Ἀθανασίου Μαρινόπουλου έκ Κατερίνης, στὶς Έκδηλώσεις τῆς Ι.Μ.Δ.Π.Κ. γιὰ τὸν Ἱερέα)



Ο Ιερέας και η ιερή αποστολή του


Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας, ως γνωστόν, κεφαλή έχει τον Κύριό μας Ιησού Χριστό και μέλη όσους Τον πιστεύουν ως Σωτήρα και Λυτρωτή και είναι βαπτισμένοι στο Άγιο Όνομά Του.
            Μεταξύ των μελών της Εκκλησίας είναι και ο ιερέας με την οικογένειά του. Δεν είναι όμως ένα απλό μέλος της Εκκλησίας. Είναι «ο υπηρέτης  Χριστού και οικονόμος μυστηρίων  Θεού» (Α Κορ, 4,1), ο οποίος «υπέρ ανθρώπων καθίσταται τα προς τον Θεόν, ίνα προσφέρη δώρα τε και θυσίας υπέρ αμαρτιών» (Εβρ. 5,1) κατά τον Απόστολο Παύλο, καθότι «η ιερωσύνη τελείται μεν  επί της γης, τάξιν δε επουρανίων έχει ταγμάτων», σύμφωνα με το χρυσό στόμα της Εκκλησίας μας.
            Ασύγκριτη η τιμή και ασύλληπτη! Ατίμητη εξουσία, «ην ούτε αγγέλοις ούτε αρχαγγέλοις έδωκεν ο Θεός» στον ιερέα. Του επιτρέπει να Τον αγγίζει και να Τον κρατάει στα αμαρτωλά του χέρια. Να Τον «μελίζει» και να Τον «διαμερίζει» και να μεταδίδει το Σώμα Του και το Αίμα Του «εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον».Του έδωσε τη Χάρη Του και τη δύναμή Του να συνδέει γη και ουρανό,  να παίρνει ψυχές από την λάσπη της αμαρτίας, να τις καθαρίζει και να τις οδηγεί στην αιωνιότητα. Θαύμα η ιερωσύνη,   δύναμη, φως,  ζωή και αγιασμός. Είναι το κλειδί που ανοίγει τις πύλες του Ουρανού.
            Με την χειροτονία του ο ιερέας, ημέρα που είναι γραμμένη με ανεξίτηλα γράμματα στο βάθος της ψυχής του, τον σημαντικότερο  σταθμό της ζωής του, είναι λουσμένος μέσα στη Χάρη του Θεού.   Μια ευλογημένη σκέψη γεννήθηκε κάποια θεία στιγμή. Να Τον ακολουθήσει και να Τον υπηρετήσει πιστά σ’ όλη τη ζωή. Να δώσει ολοκληρωτικά τον εαυτό του σ’ Εκείνον. Δεν ήταν δική του η σκέψη εκείνη. Ήταν κάλεσμα δικό Του. Εκείνος άναψε μέσα του τη φλόγα της ιερωσύνης, τον πόθο για το ιερό υπούργημα. Κι  έτσι,  προσχώρησε στην ατέλειωτη φάλαγγα των διαδόχων των Αποστόλων, συνεχιστής του έργου τους.
            Εδώ, επιτρέψτε μου να στρέψω για λίγο το λόγο σε κάτι προσωπικό.  Ενθυμούμαι με ζωηρή ανάμνηση τη συμβουλή, που μου έδωσε κατά την εις πρεσβύτερον χειροτονία μου ο άγιος ιεράρχης, ο γενναίος και ηρωικός, αλλά και σεμνός, ο ατρόμητος και ασυμβίβαστος, ο Έλληνας ιεράρχης, ο αείμνηστος Μητροπολίτης Δρυινουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΣ, που εσείς εδώ ευτυχήσατε να τον έχετε για πολλά χρόνια στοργικό Πατέρα. Προγραμματίστηκε εκείνη την Κυριακή (Μάιος του 1991), ημέρα της χειροτονίας μου, στην Κατερίνη, μεγάλη εκδήλωση για το Βορειοηπειρωτικό, και συλλειτούργησε το πρωί με τον πολυσέβαστο, Γέροντα τώρα, Μητροπολίτη μας (Κίτρους και Κατερίνης) κ. ΑΓΑΘΟΝΙΚΟ, κι έτσι είχα την εξαιρετική ευκαιρία να λάβω και την δική του πολύτιμη Αρχιερατική ευχή και ευλογία. Μου είπε, μαζί και με άλλες νουθεσίες: «Να θυμάσαι πάντα, π. Αθανάσιε, την ημέρα αυτή της χειροτονίας σου, αν θέλεις να μη ξεθωριάσει ποτέ ο θείος φόβος και η καλή σου διάθεση στον στίβο της ιερατικής σου διακονίας»
            Ωραία και πολύ διδακτική η συμβουλή, μέσα από την εμπειρία του, του αειμνήστου Μητροπολίτη μας, για να πολεμείται συνεχώς η φοβερή δύναμη της συνήθειας στην άσκηση της ιερατικής μας αποστολής.
Διότι, το πλήρωμα της Εκκλησίας παραδέχεται την ιερωσύνη ως «βασιλεία». – Να χαίρεσαι τη βασιλεία σου, πάτερ, μας εύχονται οι πιστοί  συχνά. Η «βασιλεία» αυτή της ιερωσύνης αναφέρεται κατά τους Πατέρες στην πνευματική υπόσταση του ανθρώπου.  Στην ψυχή ασκεί εξουσία ο ιερέας. Την κηδεμονεύει, την παρακολουθεί, την κατευθύνει. Είναι υπεύθυνος για τη σωτηρία της, τη σωτηρία κάθε ψυχής που έχει στο ποίμνιό του, μικρό ή μεγάλο,  και θα δώσει λόγο κάποια μέρα. Οι ανθρώπινες ψυχές, που είναι εξαγορασμένες με τη σταυρική θυσία του Χριστού, είναι κρεμασμένες από τον τράχηλό του. Τα κρόσσια στο πετραχήλι συνεχώς του θυμίζουν τη φοβερή αυτή αλήθεια. Οικονόμος ψυχών, που είναι προορισμένες για την αιωνιότητα!
Γι’ αυτό, επιτρέψτε μου επιγραμματικά να πω ότι ο ιερέας:
·        Είναι ο καλός ποιμένας, που καθημερινά την ψυχή του θέτει υπέρ των προβάτων, που του ενεπιστεύθη ο ιδρυτής της Εκκλησίας, ο οποίος και τοποθέτησε σ’ αυτήν ποιμένας και διδασκάλους «προς τον καταρτισμόν των αγίων». Έτσι, κάτω απ’ την φωτισμένη  καθοδήγηση του Πατρός και  Επισκόπου του, στον οποίο πάντα αποδίδει σεβασμό, αφοσίωση και υπακοή, αγρυπνεί και φροντίζει για τα λογικά του πρόβατα, που τα «καλεί κατ’ όνομα»» και «γινώσκεται υπ’ αυτών», τα προστατεύει από εχθρούς και κινδύνους, διδάσκει, συμβουλεύει, προσφέρει την πνευματική τροφή, πονάει και λιώνει γι’  αυτά…
·        Είναι ο καλός λειτουργός, που με καθαρότητα και αγιότητα βίου, επιμελημένη προετοιμασία, με νηστεία, προσευχή και εγρήγορση, ζει, όπως οι τρεις μαθητές στο Θαβώρ και ο Μωυσής στο Σινά, την παρουσία του Κυρίου στο θυσιαστήριο, τελώντας την αναίμακτη θυσία και προσφέροντας το Θεό στους πιστούς για να τους συνδέει με την αιωνιότητα. Και δεν ξεχνά πως, σ’ αυτές τις φρικτές στιγμές τριγυρίζουν πάνω του και εμπρός του στρατιές αγγέλων και αρχαγγέλων, γεγονός που το έβλεπε και το ζούσε  με τα καθαρά μάτια του ο Άγιος Σπυρίδων. 
·        Είναι ο μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων, που καθημερινά δέεται και ακούραστα προσεύχεται «υπέρ των ιδίων αμαρτημάτων και του λαού αγνοημάτων». Οι ακολουθίες της Εκκλησίας τον ανανεώνουν, τα καθημερινά πνευματικά διαλείμματα του όρθρου και του εσπερινού τον ξεκουράζουν, προσεύχεται για όσους   εργάζονται στο βιοποριστικό τους έργο και δικαιολογημένα  απουσιάζουν, παράλληλα δε, βοηθά όσους προσέρχονται, να ζήσουν λίγες στιγμές πνευματικής ανάτασης, υψώνοντας το βλέμμα τους στον Ουράνιο Πατέρα.    
·        Είναι ο διάκονος και υπηρέτης των άλλων. Στην κοινωνία έχει το προβάδισμα της διακονίας. Σαν τον Καλό Σαμαρείτη επιτελεί με πηγαίο ενθουσιασμό, γενναιοδωρία και πνεύμα θυσιαστικής αγάπης τη διακονία του. Είναι η λαμπάδα, που καίει και από τις δύο πλευρές. Φωτίζει περισσότερο, αλλά και καίγεται γρηγορότερα. Το «αγαπήσεις Κύριον τον Θεό σου εν όλη καρδία σου και εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διανοία σου και τον πλησίον σου ως σεαυτόν», ηχεί διαρκώς μέσα του και πυρακτώνει την καρδιά του. Ζει έντονα το μυστήριο της αγάπης, που είναι η εφαρμογή των εντολών του Θεού, σύμφωνα με τη διδασκαλία του Κυρίου μας: «ο έχων τας εντολάς του Θεού εκείνος εστιν ο αγαπών με». Με την αγάπη οδηγό θα πει λόγια παρηγορητικά στον πονεμένο και θα  προσπαθήσει να δώσει λύση στο πρόβλημά του. Με το πετραχήλι   θα δώσει μια ευχή, θα κάνει μια παράκληση, ένα ευχέλαιο, ένα διάβασμα στο κρεβάτι του πόνου ή στη στιγμή της χαράς. Το «χαίρειν μετά χαιρόντων και κλαίειν μετά κλαιόντων» γίνεται καθημερινό του βίωμα. Το έργο του  δεν σταματάει στην Κυριακάτικη Λειτουργία. Καλύτερα να πούμε , δεν τελειώνει ποτέ. Η αγωνία του συνεχής και αδιάκοπη για τη σωτηρία των ψυχών. Γι’ αυτό δίνει το «παρών» σ’  όλες τις εκδηλώσεις της ζωής. Στη χαρά και τον πόνο των Χριστιανών, πρώτος. Ευκαιρίες μοναδικές. Μπορεί να σωθούν ψυχές. Να οδηγηθούν στην Εκκλησία και τη μυστηριακή ζωή ψυχές παραστρατημένες με μια καλή και εποικοδομητική συζήτηση. Τον απασχολούν όλα τα προβλήματα και τα πιο μικρά ακόμη στην Ενορία του, στο βασίλειό του. Συμβάλλει σ’ όλα αθόρυβα και ταπεινά, ως κοινωνικός εργάτης που ανήκει και στην ευρύτερη οικογένεια, την κοινωνία.
·          Είναι ο κήρυκας του Θείου Λόγου, ο φλογερός και εμπνευσμένος ιεραπόστολος στην εποχή μας, την εποχή της πνευματικής ξηρασίας, που πιστεύει αυτά που κηρύττει, γι’ αυτό προσπαθεί αυτός πρώτος να τα κάνει βίωμα και ζωή  του. Με την πνευματική τροφή μεταμορφώνει τον άνθρωπο, ζωντανεύει τη νεκρωμένη ψυχή, αφυπνίζει την πορωμένη συνείδηση, θερμαίνει την παγωμένη καρδιά, συναρπάζει και μεταρσιώνει τον αμαρτωλό. Σαν πνευματικό αλέτρι ο   λόγος του Θεού ξεριζώνει πάθη και κακίες, διορθώνει ελλείψεις και αδυναμίες. Καλλιεργεί τον ακατέργαστο όγκο της ανθρώπινης ψυχής, για να δημιουργήσει ένα καλλιτέχνημα, έναν χαριτωμένο άνθρωπο. Φέρνει το μήνυμα της σωτηρίας στο λαό του Θεού, στους «ασθενείς τη πίστει», στους αδιαφώτιστους και προκατειλημμένους, στους αδιάφορους και τους ευσκανδάλιστους, στους πολεμίους της Εκκλησίας, στους Χριστιανούς που ζουν χωρίς Θεό, στους «μη έχοντας ελπίδα». Δεν αποθαρρύνεται απ’ την ψυχρότητα και την αδιαφορία κάποιων ενοριτών του. Έχει υπ’ όψιν του κάτι που λέγει σχετικά ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ότι ποτέ δεν μούδιαζε, όταν το ακροατήριό του ήταν πολύ λιγοστό. «Ας είναι μικρό το χωράφι, βεβαίωνε, εγώ με το λόγο μου σκάβω και σπέρνω σαν να είχα να κάνω με μεγάλο αγρό». Έτσι, συνειδητοποιεί πως , και στο μικρό το χωράφι, στην μικρή του Ενορία, μεγάλες είναι οι ελπίδες και οι ευθύνες.
·        Είναι ο προσεκτικός και φωτισμένος πνευματικός –εξομολόγος. Συνεχιστής του αποστολικού έργου, με την πνευματική του εμπειρία και τη βαθειά γνώση των Γραφών και των Αγ. Πατέρων, συντελεί στην ανακαίνιση των ψυχών, ανακουφίζει βεβαρημένες συνειδήσεις, εξαγνίζει μολυσμένες καρδιές, συμφιλιώνει τον αποστάτη άνθρωπο με τον Θεό, του ανοίγει την πόρτα του Παραδείσου, γκρεμίζει το μεσότοιχο της αμαρτίας και τον ανυψώνει στη σφαίρα της αγιότητος.
·        Είναι ο ηγέτης στην ενορία του, που, με τον προσωπικό του αγώνα, τη συνεχή επαγρύπνηση, βιώνοντας με συνέπεια και ειλικρίνεια τη Χριστιανική ζωή, γίνεται το πρότυπο, «τέλειος και ολόκληρος εν μηδενί λειπόμενος».Τρόποι, συνήθειες, επιδιώξεις, εκφράσεις ασυμβίβαστες με την αποστολή του, κοσμικές μέριμνες άσχετες με το έργο του και διαβλητές από τον λαό δεν έχουν θέση στην προσωπική του ζωή. Είναι «επιστολή Χριστού γινωσκομένη και αναγινωσκομένη», κατά τον Απόστολο Παύλο, που με το φωτεινό του παράδειγμα στο σπίτι του, στην οικογένειά του- «την κατ΄ οίκον εκκλησία»-, στην ενορία του και την κοινωνία διδάσκει τον σεβασμό και τον φόβο του Θεού, την αληθινή ευσέβεια, την αγάπη προς την Πατρίδα, την προσήλωσή του στη ζείδωρη Ελληνορθόδοξη παράδοση και ζωή.
·        Είναι ο αγωνιστής στη ζωή και στον πνευματικό στίβο των αρετών, στον δρόμο της αγιότητος, που «μετά φόβου και τρόμου την εαυτού σωτηρίαν κατεργάζεται», που γνωρίζει καλά πως η πάλη με την αμαρτία δεν είναι «προς αίμα και σάρκα, αλλά προς τας αρχάς και τας εξουσίας του κοσμοκράτορος του σκότους…». Σύνθημα και σκοπός της ζωής του είναι το ουράνιο μήνυμα: «άγιοι γίνεσθε, ότι εγώ άγιος ειμί». Τον απασχολεί συνεχώς ο πνευματικός του καταρτισμός, η άνοδός του στην κατά Θεόν ζωή, και συχνά –πυκνά αποθέτει με απλότητα και ειλικρίνεια  και το δικό του φορτίο στο πετραχήλι  του δικού του γέροντα-πνευματικού. Μια είναι η φλόγα της καρδιάς του: «αναζωπυρείν το χάρισμα του Θεού », ώστε την παρακαταθήκη που δέχτηκε στην παλάμη του κατά την χειροτονία του, να μπορέσει να την διαφυλάξει μέχρι τη στιγμή που θα ξανάρθει ο Κύριος για να του την ζητήσει και να του την παραδώσει, σύμφωνα με την υπόσχεση που έδωσε.
·        Είναι και ο καλός οικογενειάρχης, ο στοργικός σύζυγος και πατέρας, που με την αγία ζωή του συμβάλλει τα μέγιστα στη σωστή «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου» ανατροφή και διαπαιδαγώγηση και προκοπή των παιδιών και την ισορροπημένη γενικά πορεία της ιερατικής οικογένειας. Βρίσκει το χρόνο για να ασχοληθεί με τα προβλήματα και της δικής του οικογένειας, χωρίς να παραμελεί την ιερατική του διακονία. Την πρεσβυτέρα σύζυγό του, η οποία με την ελεύθερη συγκατάθεσή  της σηκώνει μαζί με τον σύζυγο - ιερέα το σταυρό της ιερατικής διακονίας, την   σέβεται και την αγαπά θυσιαστικά, έχοντας ως πρότυπο την εικόνα του Χριστού έναντι της Εκκλησίας.  Βρίσκεται πάντα κοντά και στα φυσικά παιδιά του, τα οποία τον αγαπούν, τον σέβονται και καμαρώνουν για τον ιερέα-πατέρα τους.  Ακούει έντονα και δυνατά τη φωνή του Χριστού, που τον προστάζει «βόσκε τα αρνία μου». Και τα «αρνία» είναι τα μέλη της ενορίας του και τα μέλη της δικής του οικογένειας. Ευλογία για την ενορία να γίνει υπόδειγμα οικογένειας η ιερατική οικογένεια.
***
Συγκινητικό και διδακτικό το περιστατικό, και μ’ αυτό τελειώνω.
            Πριν από μερικά χρόνια, ένας εξαίρετος κληρικός επισκέφθηκε τα στρατιωτικά φυλάκια πάνω στις ψηλές κορφές του Μπέλλες. Έκανε στους στρατιώτες τον αγιασμό και τους μίλησε με όλη τη θέρμη της καρδιάς του για το Χριστό και την πατρίδα. Οι στρατιώτες ρουφούσαν τα θεία λόγια σαν την κατάξερη γη. Στο τέλος της ομιλίας ρώτησε ο ιερέας, αν θέλει κάποιος να πει κάτι. Τότε  ένας στρατιώτης, ο πιο θαρραλέος του είπε: - Εγώ θέλω, πάτερ, όταν έρχεσθε εδώ ψηλά στις κορφές να μη φοράτε τη στολή της εκστρατείας, χακί ρούχα, αλλά το ράσο σας και το καλυμμαύχι. Όταν σας βλέπουμε μ’ αυτήν την στολή νοιώθουμε το ράσο να μας εμπνέει, να μας αγκαλιάζει και να μας βάζει κάτω απ’ τις φτερούγες του.
            Ναι, αγαπητοί μου. Το ράσο θυμίζει ουρανό. Μυρίζει παράδεισο. Μοσχοβολά αγιότητα. Συγκρατεί από τις κατηφόρες. Εμπνέει σεβασμό, διηγείται σταυρωμένη ζωή. Σαλπίζει Χριστό και Ελλάδα.
            Σας ευχαριστώ.