Δευτέρα 9 Μαΐου 2022

“ Ὅταν δίνεις θὰ σοῦ δίνει ὁ Θεός” (Ἀληθινὴ ἱστορία)

 

 


 

Καθισμένος στὴ βαθιὰ πολυθρόνα του ὁ παππούς, ὁ κυρ-Κωνσταντής, πίνει τὸ ἀπογευματινό του καφεδάκι καὶ ρίχνει ματιὲς στὴν ἐφημερίδα του. Κάπου - κάπου διακόπτει τὸ διάβασμα καὶ χάνεται στὶς σκέψεις του.

Ἔφθασε στὰ 80 χρόνια τῆς ζωῆς του. Πότε πέρασαν, πότε παντρεύθηκε τὴν καλή του σύζυγο Εὐθυμία, πότε ἀπέκτησαν τὰ τέσσερα παιδιά τους, πόσο γρήγορα μεγάλωσαν, σπούδασαν, ἔκαναν τώρα τὶς δικές τους οἰκογένειες καὶ τὶς καμαρώνει !

Ἀλλὰ καὶ στὰ ἐπαγγελματικὰ τὸν εὐλόγησε ὁ Θεός. Ξεκίνησε μαθητούδι - παραγιός - σ’ ἕναν ἐπαγγελματία μαραγκὸ καὶ ἔπειτα ἄνοιξε τὸ δικό του κατάστημα ἐπίπλων. Συνδέθηκε καὶ μ’ ἕναν ἄλλο πιστὸ Χριστιανό, τὸν κυρ-Τάκη · συνεργάσθηκαν καλύτερα κι ἀπὸ ἀδέλφια. Ἡ καλὴ συνερασία τους ἔφερε τ’ ἀποτέλεσμα : Ἄνοιξαν τρία καταστήματα ἐπίπλων στὴν πρωτεύουσα τῆς Ἠπείρου. Τὶ κόποι, τὶ ἀγωνίες, τὶ ξενύχτια !  Τὰ θυμάται τώρα ὅλα καὶ εὐχαριστεῖ τὸν Θεό.

Τὴν ἡσυχία του, τὶς σκέψεις του διακόπτει ὁ ἐγγονός του ὁ Κωνστανής, φοιτητὴς τῆς Φιλοσοφικῆς τοῦ Πανεπιστημίου Ἰωαννίνων, τὸ καμάρι του, ὁ πρῶτος του ἐγγονός, ποὺ ἔχει καὶ τὸ ὄνομά του. Γύρισε ἀπὸ τὴ Σχολὴ καὶ εἶχε χρόνο νὰ καθίσει νὰ τὰ πεῖ μὲ τὸν παππού. Πότε ὁ ἕνας ἔλεγε τὰ νέα καὶ πότε ὁ ἄλλος θυμόταν τὰ παλιά. Τ’ ἀπολάμβαναν καὶ τὰ δύο.

- Παππού, τὶ σκέφτεσαι ; Ποῦ ταξιδεύεις μὲ τὸ μυαλό σου ; τὸν ρώτησε μὲ διάθεση νὰ τὸν πειράξει ὁ ἐγγονός.

- Ἔ, παιδί μου, ἐμεῖς οἱ μεγάλοι ζοῦμε μὲ τὶς ἀναμνήσεις. Πολλὰ περνοῦν ἀπὸ τὸ μυαλό μου ·  ὅσα θυμᾶμαι βέβαια. Σήμερα θυμήθηκα μιὰ μέρα ξεχωριστὴ στὸ μαγαζί μας. Ἄκου, λοιπόν :

Ἦταν Δευτέρα πρωί... δύσκολη ἡμέρα γιὰ τὸν ἔμπορο. Ξεκινοῦσε ἡ ἑβδομάδα γεμάτη ἀγωνία · νὰ φύγουν οἱ παραγγελίες, νὰ ‘ρθουν πελάτες νὰ πουλήσουμε ἔπιπλα. Μέσα στὴν ἀγωνία μας καὶ στὴν ἔντασή μας ἐμφανίσθηκε στὸ μαγαζὶ ὁ πνευματικός μας, ὁ Ἀρχιμανδρίτης π. Σεβαστιανός · ἱεροκήρυκας σπουδαῖος, πνευματικὸς σοφός. Τὸν γνώριζαν ὅλοι στὰ Γιάννενα, πολλὲς ψυχὲς ξεκούραζε στὸ πετραχήλι του. Μᾶς μεγάλωσε “ἐν Χριστῷ”, συνέχισε ὁ παπποὺς καὶ τὰ μάτια του δάκρυσαν · τοῦ ὀφείλουμε πολλὰ ἐμεῖς οἱ Γιαννιῶτες. Ἄς εἶναι αἰωνία ἡ μνἠμη του ! Πάντα ὅταν περνοῦσε ἀπὸ τὸ μαγαζί, στεκόταν γιὰ λίγο, μᾶς κοιτοῦσε μὲ κεῖνο τὸ φωτεινό, καθαρὸ βλέμμα του καὶ μὲ τὸ χαμόγελό του μᾶς εἰρήνευε. Τὰ λόγια του λίγα καὶ οὐσιαστικά, πάντα πνευματικά. Μᾶς ἔδινε ἕνα μήνυμα, μᾶς εὐλογοῦσε κι ἔφευγε. Τὶ παρουσία εὐλογημένη !  Τὴ χαιρόμασταν ὅλοι !

Ἐκείνη τὴν ἡμέρα ἔβρεχε πολύ. Ἐπέστρεφε ἀπὸ θεία Λειτουργία - δὲν μπορῶ νὰ θυμηθῶ ποιὸν Ἅγιο γιορτάζαμε. Μπῆκε γιὰ λίγο ὁ πατὴρ βρεγμένος, ὡσότου κοπάσει ἡ βροχὴ καὶ μπορέσει νὰ συνεχίσει τὴν πορεία του. Τὴν ἴδια ὥρα μπῆκε κι ἕνας πελάτης. Ὁ παππούλης διακριτικὰ κάθισε στὴν ἄκρη στὸ γραφεῖο κι ἐγὼ ἀσχολήθηκα μὲ τὸν πελάτη. Ζητοῦσε μιὰ ντουλάπα γιὰ τὸ δωμάτιο τῶν παιδιῶν του. Εἶδε κάποια στὸ μαγαζὶ ποὺ τοῦ ἄρεσε, μὰ αὐτὴ ποὺ ἤθελε ἦταν ἀκριβή, δὲν τὴν ἄντεχε τὸ πορτοφόλι του. Κάναμε καὶ ἔκπτωση, μὰ καὶ πάλι δυσκολευόταν. Ἑτοιμαζόταν νὰ φύγει. Ὁ συνέταιρός μου ὁ κυρ-Τάκης, ποὺ τὸν γνωρίζεις, ἔγγονέ μου, μεσολάβησε πρῶτος γιὰ νὰ μὴ φύγει ἀπογοητευμένος ὁ πελάτης.

- Ἐλᾶτε νὰ τὸ δοῦμε ξανὰ καὶ θὰ βροῦμε λύση. Σᾶς ἄκουγα προηγουμένως ποὺ μιλάγατε μὲ τὸν συνέταιρό μου. Ἔχετε οἰκογένεια, εἴπατε. Πόσα παιδιά ;

- Ἕξι παιδιά.

- Νὰ σᾶς ζήσουν... ἄρα τὴν ἔχετε ἀνάγκη τὴν ντουλάπα...

- Πολὺ ἀνάγκη, νὰ βολέψουμε τὰ πράγματα τῶν παιδιῶν... μὰ δύσκολεύομαι.

Φάνηκε ἡ ἀνάγκη τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ κυρ-Τάκης κοίταξε τὸν Κωνσταντὴ κι ἐκεῖνος τὸν π. Σεβαστιανό. Τοὺς κάλεσε τότε καὶ τοὺς δυὸ κοντά του ὁ πνευματικός :

- Κωνσταντή, Νεόφυτε (Τάκη), ἄν συμφωνεῖτε, νὰ τὴ χαρίσετε τὴν ντουλάπα. Ὁ ἄνθρωπος φαίνεται νὰ τὴν ἔχει ἀνάγκη. Πολύτεκνος εἶναι, ἕξι παιδιὰ τοῦ Θεοῦ ἔχει. Δῶστε τὴν στὸν πολύτεκνο καὶ θὰ δεῖτε : Ὅταν δίνεις, θὰ σοῦ δίνει ὁ Θεός !

Αὐτὰ εἶπε ὁ παππούλης, χαιρέτησε κι ἔφυγε. Ἀμέσως συμφωνήσαμε μὲ τὸν κυρ-Τάκη. Μᾶς ἔπεισε ὁ πνευματικός μας, καὶ εἶχε δίκιο. Τὸ ἀνακοινώσαμε στὸν πολύτεκνο πελάτη μας. Καταχαρούμενος καὶ συγκινημένος ἐκεῖνος μᾶς εὐχαρίστησε κι ἔφυγε. Δὲν τὸ πίστευε αὐτὸ ποὺ τοῦ συνέβη. “Σ’ εὐχαριστῶ, Θεέ μου ! ”, ἔλεγε καὶ ξανάλεγε.

- Μὰ τὸ θαυμαστό, Κωνστανίνε, ἐγγονέ μου, ξέρεις ποιὸ ἦταν ; Ἐκείνη τὴν ἑβδομάδα πουλήσαμε ἕξι ντουλάπες ἴδιες μ’ αὐτὴν ποὺ χαρίσαμε. Μία χαρίσαμε, ἕξι πουλήσαμε !  Δὲν τὸ πιστεύαμε. Εἶχε δίκιο ὁ π. Σεβαστιανός : “Ὅταν δίνεις, θὰ σοῦ δίνει ὁ Θεός !”.

Πῆρε ἕνα ἀκόμη μάθημα ὁ νεαρὸς Κωνσταντὴς καὶ τὸ κρατεῖ  πολύτιμο θησαυρὸ γιὰ τὴ ζωή, ποὺ τώρα ξανοίγεται μπροστά του.  

 

(Ἀπὸ τὸ Ὀρθόδοξο Περιοδικὸ “Ὁ Σωτήρ”, Τεῦχος 2262).