Η ΔΙΑΘΗΚΗ
ΜΟΥ
Εἰς τὸ
Ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος,
τῆς Ἁγίας
καὶ Ὁμοουσίου καὶ Ζωοποιοῦ καὶ Ἀδιαιρέτου Τριάδος.
Σήμερον, 13ην τοῦ μηνὸς
Νοεμβρίου τοῦ σωτηρίου ἔτους 2002, ἔχων σῶας τὰς φρένας, συντάσσω τὴν Διαθήκη
μου ἐν τῶ ἱερῶ Ἐπισκοπείῳ.
Ἐγεννήθην τὸ ἔτος 1939. Εἰς τὰς 7
Μαρτίου 2002 συνεπλήρωσα τὸ 63ον ἔτος τῆς ἡλικίας μου. Καὶ ἤδη
βαδίζω τὸ 64ον, ἐσκέφθην νὰ καταστρώσω τὴν παροῦσαν Διαθήκην, ὄχι
μόνο ὅτι ἡ ὥρα τῆς ἐξόδου ἐκ τοῦ παρόντος κόσμου εἶναι ἄδηλος, κατὰ τὴν
διαβεβαίωσιν τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ καὶ διότι κάποια προβλήματα ὑγείας, τὰ ὁποία παρουσιάζονται ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν, μοῦ ὑπενθυμίζουν,
ἐντόνως, ὅτι «ὁ καιρὸς ἐγγύς» (Ἀποκ. Α΄, 3).
Εὐχαριστῶ τὸν Θεὸν διὰ τὴν περὶ ἐμοῦ ἀνεξιχνίαστον
οἰκονομίαν του. Ὁδήγησε τὰ βήματά μου πλησίον ἀνθρώπων ἐναρέτων, ἁγίων, θὰ ἔλεγον,
οἱ ὁποῖοι μὲ τὸν λόγον καὶ τὸ παράδειγμά των μὲ βοήθησαν ἀφαντάστως εἰς τὸ νὰ ἀγωνίζωμαι
τὸν ἀγῶνα τὸν καλὸν καὶ νὰ βαδίζω σταθερῶς τὸν δρόμον τοῦ συνειδητοῦ μέλους τῆς
Ἁγίας Ἐκκλησίας. Τὰ ὀνόματα τοῦ ἐκ πατρὸς θείου μου Παναγιώτου Τρεμπέλα, (τοῦ
γνωστοῦ Πανεπιστημιακοῦ Καθηγητοῦ), τοῦ π. Γεωργίου Δημοπούλου, τοῦ π.
Χριστοφόρου Παπουτσοπούλου, τοῦ π. Λεωνίδου Διαμαντοπούλου, τοῦ π. Βασιλείου
Παπαγιάννη, τοῦ π. Θεοδώρου Μπεράτη, ἀλλὰ καὶ τοῦ κ. Εὐσταθίου Μπάστα, τοῦ κ.
Νικολάου Βασιλειάδη καὶ ἄλλων πολλῶν ἐκλεκτῶν ἐργατῶν τοῦ Εὐαγγελίου, μελῶν τῆς
Μοναστικῆς καὶ Ἱεραποστολικῆς Ἀδελφότητος Θεολόγων «Ο ΣΩΤΗΡ»,
θὰ μένουν βαθέως χαραγμένα εἰς τὴν διάνοιαν καὶ τὴν ψυχήν μου «ἄχρι
θανάτου».
Ἡ ἀγαθότης τοῦ Κυρίου μὲ βοήθησε νὰ
σπουδάσω ἐν μέσῳ μυρίων δυσκολιῶν τὴν ἱερὰν ἐπιστήμην τῆς Θεολογίας καὶ νὰ ὑπηρετήσω
κατόπιν τὴν στρατιωτικήν μου θητείαν ἐπὶ δύο συναπτὰ ἔτη. Τὸ ἐν Ἀθήναις καὶ ἐπὶ
τῆς ὁδοῦ Καρτάλη 7 Φοιτητικὸν Οἰκοτροφεῖον «Ο
ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ», εἰς τὸ ὁποῖον
διέμενον κατὰ τὰ ἔτη τῶν σπουδῶν μου καὶ περεταίρω, δὲν θὰ τὸ λησμονήσω ποτέ. Θὰ
προσεύχομαι νὰ τὸ εὐλογῆ πλουσίως ὁ καλὸς Θεός.
Ἐν συνεχείᾳ, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ηὐδόκησε
νὰ μὲ ὁδηγήσῃ ἐν ἔτει 1967 εἰς τὴν Ἱερὰν Μητρόπολιν Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανῆς
καὶ Κονίτσης. Ἡ μαθητεία μου παρὰ τοὺς πόδας τοῦ ἁγίου καὶ μεγάλου Ἱεράρχου
κυροῦ ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΥ, ὑπῆρξε δι’ ἐμὲ ἡ πλέον συγκλονιστικὴ ἐμπειρία στὴν ζωή μου. Ἐδέχθην
ἀπὸ τὰ τίμια χέρια του, τὸ πρῶτον, 15 Δεκεμβρίου 1968, καὶ τὸν δεύτερον, 19 Ὀκτωβρίου
1969, βαθμὸν τῆς Ἱερωσύνης, διακονήσας εἰς τὴν ἀκριτικὴν ἐπαρχίαν ὡς Ἱεροκήρυξ,
ἐπισκεφθὴς πολλάκις ἅπαντα τὰ χωρία καὶ τὰ πλέον δυσπρόσιτα, χωρίς, βεβαίως νὰ
παραλείψω τὴν Κατήχησιν τῆς Νεότητος, καὶ τὰς ἄλλας ἐργασίας, τὰς ὁποίας μοῦ ἀνέθετε
ἑκάστοτε ὁ σεπτὸς Γέροντάς μου.
Ἐπιθυμία μου ἦτο τὸ «λάθε βιώσας» καὶ μὲ τὴν
χάρη τοῦ Χριστοῦ ἐν πολλοῖς τὸ κατόρθωνα. Ἤθελα νὰ ἐργάζωμαι ἀθορύβως καὶ ἀφανῶς, γεγονὸς τὸ ὁποῖο ἀφαντάστως
μὲ ἱκανοποιεῖ. Ὅμως, ἀνεξιχνίασται αἱ βουλαὶ τοῦ Θεοῦ. Ὁ Μητροπολίτης
Σεβαστιανός, ἀσθενήσας σοβαρῶς, ἀπεδήμησεν εἰς Κύριον τὴν 12ην
Δεκεμβρίου 1994, ἡμέραν Δευτέραν. Ἡ
κηδεία του ἐτελέσθη εἰς τὸν ἐν Κονίτσῃ Ἱ. Ναὸν τοῦ Ἁγ. Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, τῆ
συμμετοχῆ πλειάδος Ἱεραρχῶν καὶ ἄλλων κληρικῶν, ὡς καὶ χιλιάδων λαοῦ, τὴν 14ην
Δεκεμβρίου 1994. Ὁ ἐνταφιασμός του ἔγινε εἰς τὴν Ἱ. Μονὴν Μολυβδοσκεπάστου,
συμφώνως πρὸς ἐκφρασθεῖσαν ἐπιθυμίαν του, ἔκτοτε δὲ ὁ ἀπέριττος τάφος του ἀπέβῃ
τόπος προσκυνήματος πολυπληθῶν προσκυνητῶν.
Τὰ
μετὰ ταῦτα εἶναι γνωστά. Εἰς τὰς 25 Ἰανουαρίου τοῦ 1995, ἡμέραν καθ’ ἥν τιμᾶται
ἡ μνήμη τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ἡ σεπτὴ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος,
διὰ ψήφων κανονικῶν, ἐξέλεξέ με Ἐπίσκοπον καὶ Μητροπολίτην τῆς Ἱερᾶς
Μητροπόλεως Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανῆς καὶ Κονίτσης, εἰς διαδοχὴν τοῦ μακαριστοῦ
ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΥ. Τὸ μήνυμα τῆς ἐκλογῆς μου μὲ εὗρε εἰς Δελβινάκιον, ὅπου εὑρισκόμην
διὰ τὸν ἑορτασμὸν τῆς μνήμης τοῦ Ἁγ. Γρηγορίου, πολιούχου τῆς ἱστορικῆς
κωμοπόλεως, καὶ μοῦ προξένησεν πόνον πολύν, διότι οὐδέποτε εἶχον ἐπιθυμήσει τὴν
ἀρχιερατικὴν ἀξίαν καὶ τιμήν. Ἐν τούτοις, ὑπετάγην, τελικῶς, φοβούμενος τὸν ἐκ
δεξιῶν πειρασμόν. Μεταβὰς δὲ εἰς Ἀθήνας ἐτελέσθη τὸ «Μικρὸν καὶ τὸ Μέγα
Μήνυμα», ἐνώπιον τῆς Ἱεραρχίας τὴν ἑπομένην, 26ην Ἰανουαρίου 1995.
Ἡ
εἰς Ἐπίσκοπον Χειροτονία μου ἐπραγματοποιήθη τὸ Σάββατον, 28ην Ἰανουαρίου
1995, εἰς τὸν Ἱ. Ναὸν τοῦ Ἁγ. Δημητρίου Ἀμπελοκήπων, ἐν πληθούσῃ Ἐκκλησίᾳ. Μετὰ
τὴν διαβεβαίωσιν μου ἐνώπιον τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, ἐνεθρονίσθην τὴν 1ην
Ἀπριλίου 1995 ἐν Δελβινακίῳ τὴν πρωΐαν καὶ ἐν Κονίτσῃ τὸ ἑσπέρας, καὶ ἕκτοτε
ποιμένω μὲ τὴν Χάριν καὶ τὴν ἀνοχὴν τοῦ θείου Δομήτορος τῆς Ἐκκλησίας, τὸν λαὸν
τῆς ἀκριτικῆς Μητροπόλεως Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανῆς καὶ Κονίτσης, προσπαθὼν καὶ
τώρα νὰ ἐφαρμόζω, ὅσον ἐστιν, βεβαίως, τὸ «λάθε βιώσας».
Εὐχαριστῶ
τοὺς καλούς μου συνεργάτες, ἄνδρας καὶ γυναῖκας, διὰ τὴν ἀφοσίωσιν εἰς τὸ ἔργον
τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἀγάπη καὶ τὸν σεβασμόν των πρὸς τὸ ταπεινὸν πρόσωπόν μου. Εὐχαριστῶ
καὶ ὅλους τοὺς χριστιανοὺς τῆς ἀκριτικῆς Μητροπόλεως διὰ τὴν πρόθυμον ἀνταπόκρισίν
των εἰς τὸ προσκλητήριον τῆς Ἐκκλησίας. Τοὺς διαβεβαιώνω ὅτι «δὲν ἔδωκα ὕπνον
τοῖς ὀφθαλμοῖς μου καὶ τοῖς βλεφάροις μου νυσταγμὸν καὶ ἀνάπαυσιν τοῖς
κροτάφοις μου» (Ψαλμ. 131,3), προκειμένου νὰ ἀνταποκρίνωμαι εἰς τὸ ἔργον τῆς
κατὰ Χριστὸν οἰκοδομῆς καὶ τῆς σωτηρίας του. Κύριος ὁ Θεὸς νὰ εὐλογῆ καὶ νὰ
χαριτώνῃ ἅπαντας.
Μὲ
τὴν Χάριν τοῦ Θεοῦ περιουσίαν ἀκίνητον ἤ κινητὴν δὲν ἀπέκτησα, καθ’ ὅτι «ἀργυρίου
ἤ χρυσίου οὐδενὸς ἐπεθύμησα» (Πράξ. Κ, 33), διὰ νὰ εἴπω μετὰ τοῦ οὐρανοβάμωνος Ἀποστόλου
Παύλου «ἠρκούμην» (Φιλιπ. Δ΄11) εἰς μόνον τὸν μηνιαῖον μισθόν μου, ὁ ὁποῖος
πάντοτε ἐξηνεμίζετο εἰς τὰ ἔργα τῆς ἀγάπης καὶ τῆς φιλανθρωπίας εἰς τὰ ὁποῖα καὶ
«μόνον εὐαρεστεῖται ὁ Θεός» (Ἑβρ. ΙΓ΄16).
Ὅσα, ὀλίγα πάντως, χρήματα εὑρεθοῦν μετὰ τὴν κοίμησίν μου, θὰ εἶναι ἀπὸ
τὸν μισθὸν τοῦ τελευταίου μηνός. Παρακαλῶ δὲ νὰ δοθοῦν εἰς τὰ φιλανθρωπικὰ Ἱδρύματα
τῆς Μητροπόλεως. Εἰς τοὺς κατὰ σάρκα συγγενεῖς μου ἀφήνω τὴν εὐλογίαν μου καὶ τὴν
εὐχήν μου νὰ ζοῦν καὶ νὰ πολιτεύωνται κατὰ Θεόν.
Τέλος,
μὲ τὴν συνεργασία καὶ τὴν συμπαράστασιν τοῦ Πανελληνίου Συνδέσμου
Βορειοηπειρωτικοῦ Ἀγῶνος (ΠΑ.ΣΥ. Β.Α.) καὶ τῆς Συντονιστικῆς Φοιτητικῆς Ἑνώσεως
Βορειοηπειρωτικοῦ Ἀγῶνος (Σ.Φ.Ε.Β.Α.) προσέφερον ὅ,τι ἦτο δυνατὸν εἰς τοὺς ἐμπεριστάτους
ἀδελφοὺς τῆς Βορείου Ἠπείρου, καὶ διὰ τὴν
ἐθνικήν των ἀποκατάστασιν διὰ τὴν ὁποίαν θὰ προσεύχομαι καὶ θὰ παρακαλῶ τὸν
Κύριον νὰ μὴν βραδύνῃ νὰ τοὺς τὴν χαρίσῃ.
«Τί
ἀνταποδώσω τῶ Κυρίῳ περὶ πάντων ὧν ἀνταπέδωκέ
μοι;» (Ψαλμ. 115,3). «Δόξα τῶ Θεῶ πάντων ἕνεκεν». Ὅσους τυχὸν ἐπίκρανα, ἤ ἐνδεχομένως
ἀδίκησα ἐν τῆ ἐνασκήσει τῶν καθηκόντων μου, παρακαλῶ νὰ μὲ συγχωρήσουν, ὅπως καὶ
ἐγὼ ἔχω ἤδη ἀπὸ καρδίας συγχωρήσῃ ὅσους πιθανῶς ἠθελημένως ἤ ἀθελήτως μὲ ἐπίκραναν.
Κύριος ὁ Θεὸς νὰ χαρίσῃ εἰς ἅπαντας «τὰ κρείττονα καὶ ἐχόμενα σωτηρίας» (Ἑβρ.
ΣΤ΄9).
Ὁ ἐνταφιασμός μου ἐπιθυμῶ νὰ γίνῃ ὡς ἀκολούθως
:
1)
Ἐὰν εἰς τὸ Δελβινάκιον ἐξακολουθεῖ νὰ ἐφημερεύῃ
ὁ ἐκλεκτὸς συνεργάτης καὶ ἀγαπητὸς ἀδελφός, Πρωτοπρεσβύτερος Χριστόδουλος
Δεληγιάννης, τότε τὸ σκήνωμά μου νὰ ἐναποτεθῆ εἰς τὸ ἐκεῖσε Κοιμητήριον.
2)
Ἐὰν δὲν ὑφίσταται ἡ ἀνωτέρω προϋπόθεσις ὁ ἐνταφιασμὸς
μου νὰ γίνῃ εἰς τὸ Κοιμητήριον τῆς Ἄνω Κονίτσης ἤ εἰς τὸ Νέο Κοιμητήριο τῆς
Κονίτσης, ἐφ’ ὅσον, βεβαίως, θὰ ἔχει ἀρχίσει νὰ λειτουργῆ.
Ὁ τάφος μου, παρακαλῶ, νὰ εἶναι
ἁπλοῦς καὶ ἀπέριττος : Εἷς Σταυρός, σύμβολον νίκης, μαρμάρινος, καὶ μία πλάξ, ὡσαύτως
ἐκ μαρμάρου, ἐπὶ τῆς ὁποίας νὰ γραφῆ :
«Ὁ Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανῆς
καὶ Κονίτσης ΑΝΔΡΕΑΣ
1939-…. (ἔχει κενὴν τὴν
ἡμερομηνίαν, ἀφοῦ θὰ τὴν ἔβαζαν ἄλλοι).
Ἁμαρτίας νεότητός μου
καὶ ἀγνοίας μου
μὴ μνησθῆς. Κατὰ τὸ ἔλεός
σου μνήσθητί μου σύ, ἕνεκεν τῆς χρηστότητός σου, Κύριε».
Κατὰ τὴν Ἐξόδιον Ἀκολουθίαν δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐκφωνηθοῦν λόγοι, οὔτε
νὰ κατατεθοῦν στέφανοι. Εὐχὴ καὶ προσευχή μου ἡ σεπτὴ Ἱεραρχία νὰ ἐκλέξῃ ἄξιον
καὶ ἀνεπίληπτον τὸν διάδοχόν μου, τὸν ὁποῖον οἱ συνεργάται μου παρακαλοῦνται νὰ
περιβάλλουν μὲ σεβασμόν, ἀγάπην καὶ τιμήν.
Ὑψώνω δὲ χεῖρας ἱκέτιδας πρὸς τὸν Ἅγιον Θεόν, εὐλογὼν πάντας. Εἴθε
νὰ συναντηθῶμεν εἰς τὴν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν.
«Ἡ Χάρις τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ
Χριστοῦ, καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς καὶ ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἴη
μετὰ πάντων ὑμῶν».
Ὁ Δρυϊνουπόλεως,
Πωγωνιανῆς καὶ Κονίτσης ΑΝΔΡΕΑΣ
Ἐν τῶ ἱερῶ Ἐπισκοπείῳ
13 Νοεμβρίου 2002
Μνήμη Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ
Χρυσοστόμου.
Δύο χρόνια ἀργότερα, ἔρχεται
μὲ τὸν δικό του γραφικὸ χαρακτήρα καὶ ὄχι στὴν γραφομηχανή, ποὺ συνήθιζε νὰ
γράφει, καὶ προσθέτει
ΣΥΜΠΛΗΡΩΣΗ τῆς ἀπὸ 13/11/2002 ΔΙΑΘΗΚΗΣ
ΜΟΥ.
Σήμερον, Κυριακὴν 4ην τοῦ μηνὸς Ἰουλίου τοῦ σωτηρίου ἔτους
2004, συμπληρώνω τὸ κείμενο τῆς ἀπὸ 13/11/2002 Διαθήκης μου, ὡς ἀκολούθως, ἐξακολουθὼν
νὰ ἔχω σῶας τὰς φρένας.
1)
Τὰ Ἀρχιερατικά μου εἴδη, πατερίτσες, ράβδοι
βαδίσματος, στολαί, ἐγκόλπια, ἐπιστήθιοι σταυροὶ καὶ ἄλλα, νὰ παραμείνουν εἰς τὸ
Ἐπισκοπεῖον Κονίτσης διὰ τὸν διάδοχόν μου. Ἐξαιρέσει ὀλίγων Ἐγκολπίων καὶ Σταυρῶν,
τὰ ὁποία νὰ τοποθετηθοῦν εἰς τὸ ὀψέποτε δημιουργηθησόμενον Ἐκκλησιαστικὸν
Κειμηλιαρχεῖον. Σημειώνω ἁπλῶς ὅτι ἅπαντα τὰ ἀρχιερατικὰ εἶναι δῶρα ἀγάπης
προσφιλῶν ἀδελφῶν Ἀρχιερέων, Κληρικῶν καὶ λαϊκῶν καὶ ὅτι δὲν ἔχω πληρώσει οὔτε
μία δραχμή, οὔτε ἕνα Εὐρὼ διὰ αὐτά.
2)
Ὁ τάφος μου, ἐπιθυμῶ, τελικῶς, νὰ γίνῃ στὴν Ἱ.
Μονὴν Ταξιαρχῶν Γκούρας, εἰς τὸν χῶρον τὸν ὁποῖον ἔχω ἤδη ὑποδείξει.
3)
Τὰ βιβλία τῆς Βιβλιοθήκης, τὰ ὁποία κατήρτιζων
ἀπὸ ἀρκετῶν ἐτῶν, εἶναι, ἐν πολλοῖς, τακτοποιημένα κατὰ θέματα. Τελευταίως, ὅμως,
ἐπειδὴ ἀποστέλλονται πολλὰ ἀπὸ τοὺς συγγραφεῖς καὶ ἐκδότας, εἶναι τοποθετημένα ὅπου
ὑπάρχει κενὸς χῶρος. Φρονῶ, πάντως, ὅτι μετὰ τὴν ἐκδημία μου ἕνα μέρος αὐτῶν,
τουλάχιστον, θὰ πρέπει νὰ μεταφερθῆ ἐκτὸς τοῦ Ἐπισκοπείου, ὥστε ὁ νέος
Ποιμενάρχης νὰ ἔχῃ τόπον διὰ τὰ ἰδικά του.
4)
Ἡ Ἐξόδιος ἀκολουθία μου νὰ ψαλῆ ἀπὸ ἕναν
μόνον ἱερέα τῆς Ἱ. Μητροπόλεως.
Ὁ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
Ὁ Δρυϊνουπόλεως,
Πωγωνιανῆς καὶ Κονίτσης ΑΝΔΡΕΑΣ