Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026
Παρασκευή 15 Μαΐου 2026
Τρίτη 31 Μαρτίου 2026
Δευτέρα 9 Μαρτίου 2026
Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026
"Ἔχει ὁ Θεός..." (Περιστατικό)
Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2025
Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2025
"Πλημμύρισε ὁ τόπος" ! (ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ)
Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2024
Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2024
Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2024
Κυριακή 5 Μαΐου 2024
“Τοῦτο, Ἅγιε, εἶναι ἀπὸ τὰ πιὸ μεγάλα ποὺ μᾶς χάρισες”. (Διήγημα γιὰ τὸν Ἅγιο Γεώργιο)
Εἶχα τελειώσει ἀπὸ ὥρα τὸν ἑσπερινὸ καὶ εἶχα καθήσει ἐδῶ, σ’ αὐτὸ τὸ τσιμεντένιο πεζούλι.
Εἶχε πολλὲς ἀνάγκες ἀκόμα ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου μας. Νὰ πλακοστρωθεῖ ἡ μεγάλη του αὐλή, νὰ στηθοῦν πάγκοι, στὴ βρύση κοντὰ νὰ γίνει μικρὴ δεξαμενή, νὰ χτιστεῖ ἕνα μικρὸς ξενώνας.
Οἱ ἅγιες ἐπιθυμίες, ἡ μία κοντὰ στὴν ἄλλη ἀπασχολοῦσαν τὴ σκέψη μου καὶ μὲ γέμιζαν μὲ χαρά, μὰ καὶ ἀνήσυχη μέριμνα τὴν ψυχή μου. Ποῦ θὰ βρεθοῦν τόσα χρήματα ; Ἐκείνη τὴν ὥρα φοβήθηκα τὴν ὀλιγοπιστία μου. Σηκώθηκα, ἔκαμα τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ καὶ σιγοψιθύρισαν τὰ χείλη μου : “ - Ἅγιέ μου Γιώργη, συγχώρα με τὸν ἀχάριστο. Πολλὰ μᾶς χάρισες μέχρι τώρα”.
Καθὼς ἤμουν ἀπορροφημένος στὴ προσευχή μου μόλις πρόφθασα καὶ εἶδα κάποιον ἄγνωστο ἡλικιωμένο κύριο, πού, ἀφοῦ ἔκαμε μιὰ ὑπόκλιση πρὸς τὸ μέρος μου, προχώρησε μὲ διστακτικὰ βήματα καὶ μπῆκε μέσα στὴν ἐκκλησία. Δὲν ἀπόρησα. Στὸν τροπαιοῦχο μας Ἅγιο δὲν ἀνάβουν μόνο τὰ κεριά τους οἱ χωριανοί μας. Σ’ ὅλη τὴν ἐπαρχία καὶ σ’ ἄλλες μακρύτερα, εἶναι γνωστὴ ἡ χάρη του. Θυμήθηκα ἐκεῖνο ποὺ ψιθύρισαν τὰ χείλη μου λίγο πιὸ μπροστά : “Πολλὰ μᾶς χάρισες μέχρι τώρα”.
Τί ἦταν ὁ Ναὸς τοῦ Ἁγίου πρὶν εἴκοσι χρόνια, ὅταν ἦρθα πρώτη φορὰ ἱερέας σ’ αὐτὸ τὸ χωριὸ τῆς Μακεδονίας ; Τί ἦταν ; Ἕνα τζαμί, ἕνα τούρκικο, μισοερειπωμένο τζαμί. Θυμᾶμαι τὶς πρῶτες ἡμέρες, ὅταν εἶδα τοὺς χωρικοὺς νὰ μπαίνουν μέσα πρωί - πρωί, καθὼς ξεκινοῦσαν γιὰ τὶς δουλειές τους καὶ βράδυ, ὅταν γυρνοῦσαν ἤ νὰ σταυροκοπιοῦνται μὲ σεβασμὸ ἀπ’ ἔξω ἀκόμα, τὰ ἔχασα. Φοβήθηκα μήπως εἶχα νὰ κάμω μὲ χριστιανοὺς ποὺ ἀλλαξοπίστησαν.
Ὁ γερο - δάσκαλος, γιὸς παλιοῦ ἱερέα, μοῦ ἔδωσε τὴν ἐξήγηση : “- Παππούλη, τοῦτο τὸ τζαμὶ ἦταν στὰ πολὺ παλιὰ χρόνια τοῦ τροπαιούχου μας ἡ ἐκκλησία. Ἔτσι ξεύραμε ἐμεῖς, ἔτσι μάθαμε ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιά. Ὅταν ἦρθαν οἰ Τοῦρκοι, τὴν ἔκαψαν, τὴν γκρέμισαν, δὲν ἔμεινε οὔτε σημάδι, ποὺ νὰ δείχνει τό τόπο της. Ἔπιασαν τότε οἱ Ἕλληνες ἀπὸ τὸ φόβο τους τὴν πάνω γειτονιά, νὰ αὐτὴ ποὺ χάνεται μέσα στὸ δάσος, κι ἤρθανε οἱ Τοῦρκοι στὸν κάτω μαχαλά. Κάποτε βάλθηκαν οἱ ἐχθροὶ νὰ χτίσουνε τζαμί. Δὲν πρόκοβε τὸ χτίσιμό τους. Κι ὅταν ἐκεῖ ποὺ ἔσκαβαν βαθύτερα θεμέλια βρῆκαν τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τὴν εἰκόνα, τὰ ἔχασαν. Φοβήθηκαν, δίστασαν νὰ προχωρήσουν. Μὰ ἕνας ἀπ’ αὐτούς, φανατικός, πῆρε τὴν ἅγια εἰκόνα καὶ τὴν ἔκαψε. Νὰ βγεῖ ἀπὸ τὴ μέση ὁ Ἅγιος τῶν χριστιανῶν, ποὺ τοὺς ἔφερε ἐμπόδιο στὸ χτίσιμο.
Κάτι θυμήθηκε ὁ γερο-δάσκαλος κι ἀνάστέναξε : “- Οἱ χριστιανοὶ ποὺ τ’ ἄκουσαν, θαύμασαν, χάρηκαν, γιατὶ βρέθηκε ὁ τόπος τοῦ παλιοῦ ναοῦ τους, μὰ πόνεσαν βαθιὰ γιὰ τὴ βεβήλωση τῆς εἰκόνας τοῦ Ἁγίου. Καὶ φοβήθηκαν τὴν τιμωρία. Τὸ ἴδιο βράδυ σείστηκε τὸ χωριὸ ἀπὸ τὸν ἀπρόσμενο καὶ καταστρεπτικὸ σεισμό. Τραντάχτηκε καὶ τὸ πάνω χωριό, μὰ πιὸ πολὺ τὸ κάτω. Καὶ τὴν ἄλλη μέρα οἱ ἄπιστοι, ἐκεῖ ποὺ βρῆκαν τὴν εἰκόνα ἔχτισαν ἕνα πρόχειρο εἰκονοστάσι, ἀγόρασαν τὴν εἰκόνα τοῦ Τροπαιούχου, τοῦ ἄναψαν καντήλα καὶ κερί, καὶ σιγά-σιγά ἔχτισαν τὸ τζαμί τους”.
Ὁ γερο - δάσκαλος ἔσκυψε στὸ αὐτί μου καὶ μοῦ σιγοψιθύρισε : “ - Σ’ αὐτὴ τὴν εἰκόνα, πάτερ, ἀνάβουμε τὸ κερί μας ὅλοι, κι ὄχι στὸ τούρκικο τζαμί”.
Συγκλονίστηκε τότε ἡ ψυχή μου καὶ εἶπα μὲ αὐστηρὴ φωνὴ στὸ φίλο μου δάσκαλο : “ - Καὶ τὸν ἀφήνετε τὸν Ἅγιό μας μέσα στὸ τούρκικο τζαμὶ τόσα χρόνια, εὐλογημένοι ; Ὄχι, ἀπόψε κι ὅλας θὰ γκρεμισθεῖ τὸ τζαμὶ καὶ θὰ τοῦ χτίσουμε τοῦ Τροπαιούχου μας καινούργιο Ναό. Ἀκοῦς δάσκαλε ; μὲ τὸ δικό μας ὑστέρημα. Ἄς εἶναι φτωχὸ τὸ χωριό μας”.
Πόσες πολλὲς ἦταν ἀλήθεια καὶ πόσο συγκινητικὲς οἱ προσφορὲς μικρῶν καὶ μεγάλων, γνωστῶν καὶ ἀγνώστων. Νά, τοῦτο τὸ μεγάλο κωδωνοστάσι χτίστηκε ἀπὸ τὰ λεφτὰ ποὺ ἔστειλαν ξενητεμένοι ἀπὸ τὸν Καναδά. Ψιθύρισαν πάλι τὰ χείλη μου “πόσα μᾶς χάρισες μέχρι τώρα Ἅγιε !” καὶ προχώρησα νὰ μπῶ στὴν Ἐκκλησία.
Ὁ ἄγνωστος ἐπισκέπτης, σκέφτηκα, θὰ τέλειωσε τὸ εὐλαβικὸ προσκύνημά του καὶ ἴσως θὰ ἤθελε πληροφορίες γιὰ τὸν τόπο, γιὰ τὸ Ναό. Μὰ ἐκεῖ στὴ θύρα κοντοστάθηκα. Ὁ ἄγνωστος ἡλικιωμένος κύριος ἦταν μπροστὰ στὴν παλιὰ εἰκόνα τοῦ Τροπαιούχου, ἐκεῖ στὸν τόπο τῆς πιὸ παλιᾶς, ποὺ τὴν εἶχαν κάψει οἱ Τοῦρκοι. Κάτι συγκλονιστικὸ ζοῦσε σκυμμένος, γονατιστὸς ἐκεῖ, γιατὶ οἱ ὦμοι του συνταράσσονταν. Δίστασα γιὰ λίγο. Νὰ τὸν ἀφήσω στὴν προσευχή του ; Νὰ τὸν πλησιάσω μήπως καὶ τὸν βοηθήσω ; Προτίμησα νὰ μείνω ἐκεῖ στὴν πόρτα, στὸ τελευταῖο στασίδι καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν Ἅγιο γιὰ τὸν ἄγνωστο προσκυνητή του. Ὅταν κάποτε ὁ σκυμμένος ἄνδρας σηκώθηκε, εἶχε ἠρεμήσει. Δὲν ξαφνιάστηκε ποὺ εἶδε νὰ τὸν παρακολουθῶ μὲ πατρικὴ ἀγάπη. Τὸν πλησίασα καὶ τὸν χαιρέτησα.
“ - Ἔρχόμουν νὰ βρῶ τὸν Ἅγιο Γεώργιο μέσα στὸ τζαμί, παππούλη, καὶ εἶδα τὴ χάρη του μέσα στὴν ὄμορφη ἐκκλησιά, ποὺ χτίσατε. Κάποιος παιδικὸς φίλος, ποὺ βρῆκα, μοῦ τὰ εἶπε ὅλα...
Ἡ βαριὰ προφορά, ποὺ δὲν μοῦ ἦταν ἄγνωστη, μ’ ἀνησύχησε.
“- Ἀπὸ ποῦ εἶσαι παιδί μου, ἀπὸ ποῦ μᾶς ἔρχεσαι ;” , ρώτησα ταραγμένος.
“- Τοῦρκος εἶμαι κι ἔρχομαι ἀπὸ μακρυά”, τόνισε ἐπίτηδες τὶς λέξεις του καὶ μὲ κοίταζε ἐπίμονα.
Εἶναι ἀλήθεια πὼς δοκίμασα ἐκείνη τὴν ὥρα τὰ ἴδια ἐκεῖνα συναισθήματα, ὅπως ὅταν ἔβλεπα τοὺς χωριανοὺς νὰ κάνουν τὸ σταυρό τους μπροστὰ στὸ τούρκικο τζαμὶ κι ἡ φωνή μου ἦταν τὸ ἴδιο αὐστηρή, ὅπως τότε, στὸ δάσκαλο.
“- Εἶσαι μωαμεθανὸς κι ἔρχεσαι νὰ προσκυνήσεις ἕναν Ἅγιο τῆς Χριστιανοσύνης ;”
“- Ναί, παππούλη, ὅταν πιστέψεις στὸν Ἅγιο τῶν Χριστιανῶν, στὴ δύναμη καὶ στὴ χάρη ποὺ τοῦ χαρίζει ὁ Χριστὸς νὰ κάνει θαύματα, ἔρχεσαι ἀπὸ μακρυὰ νὰ τὸν προσκυνήσεις, νὰ τοῦ ζητήσεις ἄλλη μιὰ φορὰ νὰ σὲ συγχωρέσει...”
Ἔσκυψε τὸ κεφάλι γιὰ λίγο. Τὸν παρακολουθοῦσα ἄφωνος. Σκούπισε κάποιο δάκρυ ὁ ξένος καὶ συνέχισε :
“- Παππούλη, τὴν ξεύρεις καλὰ τὴν ἱστορία τοῦ χωριοῦ μας, τοῦ Τροπαιούχου μας... Σοῦ μίλησαν ποτὲ γιὰ κεῖνον τὸν Τοῦρκο... ποὺ ἔκαψε τὴν παλιὰ εἰκόνα του ; Μακρινός μου πρόγονος ἦταν. Τὸ ἴδιο μ’ ἐκεῖνον ἐπίθετο ἔχω... Ἦταν ἀπὸ τοὺς πρώτους τοῦ χωριοῦ ἐκεῖνος ὁ μακρινός μου συγγενής, μὰ ὕστερα ἀπὸ τὸ θαῦμα τοῦ Ἁγίου τὸν περιφρόνησαν ὅλοι, τὸν φοβήθηκαν, δὲν τὸν πλησίασαν μὴ μολυνθοῦν. Καὶ ἡ κατάρα τούτη καὶ τ’ ἀνάθεμα ἔφθασε μέχρι καὶ τὴ δική μου τὴ γενιά...”
Τὰ ἔχασα σὰν εἶδα τὸν Τοῦρκο νὰ κάνει τὸ σταυρό του. Ἐκεῖνος μὲ καθησύχασε μὲ τὸ βλέμμα του καὶ συνέχισε :
“- Μὴ φοβᾶσαι, παππούλη, εἶμαι βαφτισμένος, ἔχω τ’ ὄνομα τοῦ Τροπαιούχου μας... Τὸ πιὸ μεγάλο θαῦμα ἦταν αὐτό. Τῶν συμπατριωτῶν μας τὸ ἀνάθεμα ἔγινε γιὰ τὸ σόϊ μας εὐλογία ἐδῶ καὶ ἑκατὸ χρόνια. Ὁ παππούς μου πῆρε γυναῖκα ἀπὸ τὸ πάνω χωριὸ καὶ τούτη ἡ ἅγια γυναῖκα τὸν ἔκαμε χριστιανὸ κι αὐτὸν καὶ τὰ παιδιά του. Ἤμασταν οἱ κρυφοὶ χριστιανοὶ Τοῦρκοι τούτου τοῦ χωριοῦ, παππούλη. Τὸν ξεύρεις τὸ γερο - δάσκαλο ; Μόνο ὁ ἱερέας πατέρας του ἤξερε τὸ μυστικό. Ἔμαθες τώρα τὶ εἶναι γιὰ μένα ὁ Τροπαιοῦχος ; Ἔκαμα μακρινὸ ταξίδι νὰ ἔρθω στὴ χάρη Του, νὰ γονατίσω στὴ χρυσὴ εἰκόνα μπροστά, ὅπως καὶ τότε νὰ τοῦ ζητήσω νὰ συγχωρήσει τὸ μακρινό μου πρόγονο, νὰ σοῦ δώσω τὶς λίγες οἰκονομίες μου γιὰ τὶς ἀνάγκες τοῦ Ναοῦ...”
Ἔσπασε ἡ φωνή τοῦ ξένου. Βούρκωσαν καὶ τὰ δικά μου τὰ μάτια.
“- Ὅταν κάποτε ζωγραφίσεις τὰ θαύματά του, γέροντα, βάλε δυὸ παιδιά, ἕνα ἑλληνόπουλο κι ἕνα τουρκόπουλο - πιὸ πίσω αὐτό - νὰ προσκυνοῦν τὴ χρυσή του εἰκόνα, τὸ γέρο δάσκαλο καὶ τὸν κρυφὸ χριστιανό... Κι ὅταν προσεύχεσαι λέγε, ἄν θυμᾶσαι, τοῦτα τὰ λόγια : - Κράτησέ τον μέχρι τὸ τέλος πιστό...”
Ἔσκυψε, μοῦ φίλησε τὸ χέρι, ἀκούμπησε πάνω στὸ παγκάρι τὴν προσφορά του, ἀσπάστηκε ἄλλη μιὰ φορὰ τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου κι ἀπομακρύνθηκε.
Κοίταξα τὴν εἰκόνα τοῦ θαυματουργοῦ μας Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Τροπαιούχου καὶ καθὼς οἱ τελευταῖες ἀκτίνες τοῦ ἥλιου ἔπεφταν πάνω του, τὸ πρόσωπό του μοῦ φάνηκε, ὅσο ποτὲ ἄλλοτε, ἱκανοποιημένο.
Τὰ χείλη μου, τόσα μόνο ψιθύρισαν : “Τοῦτο, ἅγιε, εἶναι ἀπὸ τὰ πιὸ μεγάλα ποὺ μᾶς χάρισες...”.
(Ἀπὸ τὸ βιβλίο “Ἀξέχαστες ἱστορίες” Δ. Χορτιάτη, σελ. 139-144, Ἐκδόσεως Χριστιανικῆς Ἑνώσεως “Η ΕΛΠΙΣ”).
Παρασκευή 19 Απριλίου 2024
Πέμπτη 18 Απριλίου 2024
Κυριακή 31 Δεκεμβρίου 2023
ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΗ ΥΠΕΡΩΡΙΑ (Διήγημα)
ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΗ
ΥΠΕΡΩΡΙΑ
Kοίταξε μέ χαμόγελο τό ρολόι της. Ἔδειχνε ἕντεκα παρά τέταρτο. Ἄρχισε νά ἑτοιμάζει τά πράγματά της. Σέ δεκαπέντε λεπτά τέλειωνε ἡ βάρδια της κι ἦταν ἐλεύθερη νά τρέξει στό σπίτι της. Τούς φαντάστηκε ὅλους μαζεμένους νά τήν περιμένουν, γιά νά καθίσουν στό τραπέζι καί νά κόψουν τήν πίτα. Μεγάλωσε τή λαχτάρα της ἡ σκέψη τοῦ ἀδελφοῦ της, τοῦ Βασίλη. Τόν περίμεναν νά ἔρθει ἀπόψε μέ ἄδεια ἀπό τό νησί, ὅπου ὑπηρετοῦσε στρατιώτης, Ἴσως καί νά ἔφτανε στὀ σπίτι πρίν ἀπ᾿ αὐτήν. Ὕστερα ἡ σκέψη της ἔτρεξε στόν παππού καί τή γιαγιά πού ἦρθαν ἀπ᾿ τό χωριό, γιά νά περάσουν μαζί τους τίς γιορτές. Ἔντεκα παρά δέκα! Νά, ὅπου νά ναι θά ἔφτανε ἡ ἀδελφή τῆς βραδινῆς βάρδιας, γιά νά τήν ἀντικαταστήσει.
-Ἀδελφή Μαργαρίτα, ἀδελφή Μαργαρίτα...
Ἡ φωνή τῆς προϊσταμένης ἀδελφῆς ἔφτασε στ᾽ αὐτιά τῆς Μαργαρίτας γεμάτη ἀγωνία.
-Αδελφή Μαργαρίτα, γρήγορα, νά ἑτοιμάσουμε τό χειρουργεῖο.
-Μά.... ἔκανε νά πεῖ ἡ Μαργαρίτα κι ἔσκυψε ἀμέσως ντροπιασμένη τό κεφάλι. Τί νά ἔλεγε, πώς τέλειωνε ἡ ὑπηρεσία της καί πώς σέ δέκα λεπτά ἔπρεπε νά φύγει;
-᾿Αδελφή Μαργαρίτα, γρήγορα σέ παρακαλῷ, εἶναι ζήτημα ζωῆς καί θανάτου. Κι εἶναι νέο παιδί… Κάποιος στρατιώτης πού γύριζε στό σπίτι του.
-Στρατιώτης πού γύριζε στό σπίτι του;
Πετάχτηκε σάν ἐλατήριο ἡ Μαργαρίτα καί κατευθύνθηκε τρέχοντας πρός τό χειρουργεῖο. 'Η καρδιά της χτυποῦσε σέ ἀκατάστατο ρυθμό καί τά πόδια της ἔτρεμαν, καθώς ἑτοίμαζε μέ τήν προϊσταμένη τό χειρουργεῖο.
- Ὁ Βασίλης... ὁ Βασίλης... Μήπως μάθατε πῶς τόν λένε;
Ἡ προϊσταμένη τήν κοίταξε ξαφνιασμένη.
-᾿Αδελφή Μαργαρίτα, συνήθως εἶσαι ψύχραιμη στό χειρουργεῖο. Τί ἔχεις πάθει ἀπόψε;
- Ξέρετε... ἀπόψε περιμένουμε τόν ἀδελφό μου πού εἶναι στρατιώτης καί μέ τρώει ἡ ἀγωνία μήπως...
-Μήπως εἶναι ὁ τραυματισμένος ;
Ἔκλεισε τά μάτια κι ἀνάσανε μέ ἀνακούφιση ἡ Μαργαρίτα, σάν εἶδε τό πρόσωπο τοῦ νέου. Καμιά ὁμοιότητα μέ τόν Βασίλη τους. Ξανθός ἐκεῖνος, μελαχρινός αὐτός. Τῆς ἦρθε αὐθόρμητα νά κάνει τόν σταυρό της καί νά πεῖ «Δόξα τῷ Θεῷ», μά συγκρατήθηκε, σάν ἔνιωσε πάνω της ἐλεγκτικό τό βλέμμα τῆς προϊσταμένης.
«Δόξα τῷ Θεῷ», ἔνιωσε νά τῆς λέει, «πού δέν εἷναι ὁ ἀδελφός σου, ἀλλά κάποιας ἄλλης ὁ ἀδελφός;».
Κατέβασε τά μάτια ἡ Μαργαρίτα καί ἀφοσιώθηκε στή δουλειά της ὅσο πιό ψύχραιμα μποροῦσε.
- Πιστεύω πώς θά ζήσει, ἄκουσε τόν γιατρό νά λέει ὕστερα ἀπό τρίωρη μάχη, καί κατάκοπη βγῆκε ἀπό τό χειρουργεῖο.
Μέσα βαθιά της μιά ἐνοχή τῆς τρυποῦσε τήν καρδιά. Ἡ ἐνοχή γιά ᾿κείνη τήν ἀνακούφιση πού ἔζησε, ὅταν δέν ἀναγνώρισε στό πρόσωπο τοῦ τραυματισμένου τόν ἀδελφό της. Κοίταξε τό ρολόι της. Δύο καί μισή. Ἡ καινούργια χρονιά εἶχε ἔρθει φέτος πολύ ἀθόρυβα, χωρίς νά τό καταλάβει καί τήν βρῆκε σέ μιά μάχη μέ τόν θάνατο. Πόσο ξερά καί τυπικά θά γράφουν αὔριο οἱ ἐφημερίδες πώς «κατά τή σύγκρουση τραυματίστηκε σοβαρά ὁ στρατιώτῆς...»! Καί πόση ἀνακούφιση θά νιώσουν ὅλοι εκεῖνοι πού, διαβάζοντας τό ὄνομα τοῦ στρατιώτη, δέν θά τούς θυμίσει τίποτε θά τούς εἶναι ἕνας ξένος, ἔτσι ὅπως τῆς φάνηκε καί κείνης, ὅταν τόν πρωτοαντίκρυσε στό χειρουργεῖο.
Ἦταν πιά τρεῖς ἡ ὥρα καί ἦταν ἕτοιμη νά φύγει, ὅμως τά βήματά της ἀντί στήν ἔξοδο τήν ἔφεραν στήν εντατική. Κοίταξε ἀπό τό ἄνοιγμα τῆς πόρτας τόν στρατιώτη κι ὕστερα ἀθόρυβα πλησίασε τό κρεβάτι του. Ἔβαλε τό χέρι της στό μέτωπό του πού ἔκαιγε κι ὕστερα βάλθηκε νά τόν ἀνακουφίζει μέ κρύες κομπρέσσες.
-Ποῦ εἶμαι, ποιά εἶσαι, ρώτησε ξέψυχα ὁ ἄρρωστος.
-Εἶμαι ἡ ἀδελφή Μαργαρίτα. Ἡσύχασε, ὅλα θά πᾶνε καλά.
- Ἡ ἀδελφή Μαργαρίτα; ᾿Εγώ, ἐγώ δέν ἔχω ἀδελφή. δέν ἔχω κανένα. Μόνο μιά μάνα ἔχω...
Τά μάτια τῆς Μαργαρίτας γέμισαν δάκρυα.
- Ποιά εἶσαι;, ξαναρώτησε μές στό παραλήρημά του.
Ἤξερε ἡ Μαργαρίτα πώς δέν μποροῦσε νά τοῦ ἐξηγήσει. Ἔτσι ὅπως ἦταν, δέν ἦταν δυνατόν νά καταλάβει. Ὅμως ἐπανέλαβε ἀκόμα μιά φορά. Περισσότερο γιά κείνην παρά γιά τόν ἄρρωστο.
-Εἶμαι ἡ ἀδελφή Μαργαρίτα καί σύ εἶσαι ὁ ἀδελφός μου, ὁ ἀδελφός μου! Καὶ δέν τῆς φάνηκε καθόλου παράξενο, ὅταν κάτω ἀπό τή βρεγμένη κομπρέσσα καί πίσω ἀπό τό θολό βλέμμα εἶδε πώς ὁ στρατιώτης πού τραυματίστηκε σέ σύγκρουση γυρνώντας στό σπίτι του, ἔμοιαζε τόσο πολύ μέ τόν Βασίλη τους.
Σήκωσε τά μάτια κι εἶδε νά στέκεται σιωπηλή ἀπέναντί της ἡ προϊσταμένη. Τό βλέμμα της ὅμως δέν τό αἰσθάνθηκε τούτη τή φορά ἐλεγκτικό, ἀλλά ἔνιωσε στοργικά νά τῆς λέει: «Δόξα τῷ Θεῷ, πού εἶσαι ἡ ἀδελφή του».
Ἀπὸ τὸ βιβλίο τῆς Ἑλένης Βασιλείου “ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΧΑΡΑ ΜΟΥ ΠΑΙΔΙΚΗ” (Ἐκδόσεις “Χριστιανικὴ ἐλπίς”) σελ 99-103.
%20%CF%83%CE%B5%CE%BB.1.jpg)
%20%CF%83%CE%B5%CE%BB.2.jpg)








.jpg)




.jpg)
.jpg)
%201%CE%B7%20%CF%83%CE%B5%CE%BB..jpg)
%202%CE%B7%20%CF%83%CE%B5%CE%BB..jpg)
.jpg)
.jpg)

%20%CE%A3%CE%B5%CE%BB.%202.jpg)
%20%CE%A3%CE%B5%CE%BB.%201.jpg)
%20%CE%A3%CE%B5%CE%BB.%202.jpg)

.jpg)
.jpg)