Κύριος και Πέτρος

Κύριος και Πέτρος
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ὠφέλιμες Διηγήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ὠφέλιμες Διηγήσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 15 Μαΐου 2026

Ἐνθουσιαζόταν γιὰ ...τὸ μαρτύριο.

 


 Ἀπὸ τὸ Ὀρθόδοξο Χριστιανικὸ Φοιτητικὸ Περιοδικό "Η ΔΡΑΣΗ ΜΑΣ" (Τεῦχος 637, σελ. 26)

Τὰ θαυμαστὰ τῆς Πρόνοιας τοῦ Θεοῦ !

 


 Ἀπὸ τὸ Ὀρθόδοξο Χριστιανικὸ Φοιτητικὸ Περιοδικό "Η ΔΡΑΣΗ ΜΑΣ" (Τεῦχος 637, σελ. 27)

Γιὰ νὰ μὴν προβάλεται μόνον τὸ κακό...!


 Ἀπὸ τὸ Ὀρθόδοξο Χριστιανικὸ Φοιτητικὸ Περιοδικό "Η ΔΡΑΣΗ ΜΑΣ" (Τεῦχος 637, σελ. 28)

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

"Ἔχει ὁ Θεός..." (Περιστατικό)

 



Ἀπὸ τὸ Ὀρθόδοξο Χριστιανικὸ Μηνιαῖο Περιοδικὸ Φοιτητῶν καὶ Ἐπιστημόνων "Η ΔΡΑΣΗ ΜΑΣ" (Τεῦχος 634, σελ. 26).



Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2025

"Πλημμύρισε ὁ τόπος" ! (ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ)

 


 

Χήρα και πιστή γυναίκα η Άννα και μοναδικό στήριγμα ο γιος της, ο Κωστής. Παιδί καλόγνωμο, άριστος μαθητής, υπάκουος στις συμβουλές της μητέρας του.
Όμως, δεν άργησαν να ‘ρθουν και τα ανταριασμένα φοιτητικά χρόνια. Ελεύθερος και αδέσμευτος από συμβουλές, με ιδεολογίες ξενόφερτες, ενάντιες στο συντηρητισμό, όπως νόμιζε. Τη στάση του αυτή την πρόδιδε και η εξωτερική του εμφάνιση.
Όλα τούτα πλήγωναν την καρδιά της Άννας, που κατάπινε την πίκρα της και κατέφευγε στην προσευχή, χωρίς ποτέ να πληγώνει τον Κωστή με παρατηρήσεις…
Σε όλη τούτη την παραφωνία υπήρχε και μια αχνή ελπίδα. Το καλοκαίρι στις διακοπές, ο Κωστής βοηθούσε τη μητέρα του στο χωράφι με τα είκοσι στρέμματα –κληρονομιά του πατέρα του, σπαρμένο με βαμβάκι– κι έβγαζε ένα όχι ευκαταφρόνητο ποσό για τις σπουδές του. Αυτό το τελευταίο το αναγνώριζε ο φίλος μας. 
Το περσινό καλοκαίρι ο ουρανός κρατούσε πεισματικά τα σύννεφα και η παρατεινόμενη ξηρασία έφερε ρωγμές στα χωράφια κι απειλούσε τη συγκομιδή μιας χρονιάς. Το λιγοστό νερό του καναλιού μόλις έφτανε για μια δόση ποτίσματος με αυστηρή σειρά προτεραιότητας. Τώρα –σύμπτωση ήταν;– πάντως έπρεπε ο Κωστής να ποτίσει αχάραγα την Κυριακή.
Νωρίς νωρίς φόρεσε τις αδιάβροχες μπότες του και πήρε «επ’ ώμου» την τσάπα. 
–Παιδί μου, σήμερα είναι Κυριακή, ημέρα λατρείας του Θεού. Έλα να πάμε στην εκκλησία, να πάρουμε την ευλογία του Θεού. Το πότισμα μπορεί να γίνει και μετά τη θεία Λειτουργία.
–Άσε με, ρε μάνα, και τράβα στη δουλειά σου! Το χωράφι μας καίγεται και την εκκλησία θα κοιτάξουμε τώρα!
Βρόντηξε την πόρτα και ξεκίνησε για το χωράφι.
Η πιστή μάνα ήταν από τον «Εξάψαλμο» στον Ναό. Μια μυστική δέηση, ένα πονεμένο «Κύριε ελέησον» για όλους αλλά και για τον Κωστή…
Τελείωσε η θεία Λειτουργία. Η Άννα κοινωνημένη, με το αντίδωρο στο χέρι επιστρέφει στο σπίτι της. Πλησιάζει την πόρτα, παίρνει τα κλειδιά για ν’ ανοίξει… Θεέ μου, πως δεν λιποθύμησε; Η πόρτα ανοιχτή και… σίγουρα κάποιος ανεπιθύμητος επισκέπτης! Γελάστηκε όμως. Απέναντί της, αραγμένος στην πολυθρόνα …ο Κωστής!
–Τι έγινε, ρε μάνα; βρόντηξε. Έφτασα στο χωράφι, πήγα στη «δέση» (δηλαδή στο κεφαλάρι), να κατεβάσω το νερό μέσα από τον σωλήνα στο κατάξερο βαμβάκι μας. Τυχαία(;) έριξα τη ματιά στα είκοσι καμένα στρέμματα. Χριστέ και Παναγιά μου, βλέπω καλά; Το χωράφι βούλιαζε στα νερά! Έβρεξε και πλημμύρισε ο τόπος! Τι να ποτίσω τώρα, τα ποτισμένα; Και για να ‘μαι σίγουρος, έτρεξα σε όλα τα διπλανά, τα κοντινά χωράφια. Όλα στεγνά, κατάξερα! Το δικό μας πλημμυρισμένο! Πήρα την τσάπα και γύρισα. Ούτε που πρόλαβα να ξεντυθώ. Με καταλαβαίνεις τώρα;
–Κωστή, παιδί μου, αυτό είναι θαύμα! Σήμερα η αγάπη του Θεού μας έδωσε τούτη τη χαρά, ώστε από τώρα και στο εξής να Τον αγαπούμε και να Τον εμπιστευόμαστε, είπε η μάνα, έτοιμη να βάλει τα κλάματα.
Η επόμενη Κυριακή βρήκε πρωί πρωί τον Κωστή έτοιμο για τον εκκλησιασμό.
–Πάμε, μάνα, Κυριακή σήμερα, ημέρα λατρείας του Θεού.
Και τα μυστικά λόγια της πιστής μάνας:
–Δόξα σοι, Κύριε, δόξα Σοι!
 
Π. Σ.
 
Περιοδικό «ΠΡΟΣ ΤΗ ΝΙΚΗ», Σεπτέμβριος 2025

Κυριακή 5 Μαΐου 2024

“Τοῦτο, Ἅγιε, εἶναι ἀπὸ τὰ πιὸ μεγάλα ποὺ μᾶς χάρισες”. (Διήγημα γιὰ τὸν Ἅγιο Γεώργιο)

 


Εἶχα τελειώσει ἀπὸ ὥρα τὸν ἑσπερινὸ καὶ εἶχα καθήσει ἐδῶ, σ’ αὐτὸ τὸ τσιμεντένιο πεζούλι.

Εἶχε πολλὲς ἀνάγκες ἀκόμα ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου μας. Νὰ πλακοστρωθεῖ ἡ μεγάλη του αὐλή, νὰ στηθοῦν πάγκοι, στὴ βρύση κοντὰ νὰ γίνει μικρὴ δεξαμενή, νὰ χτιστεῖ ἕνα μικρὸς ξενώνας.

Οἱ ἅγιες ἐπιθυμίες, ἡ μία κοντὰ στὴν ἄλλη ἀπασχολοῦσαν τὴ σκέψη μου καὶ μὲ γέμιζαν μὲ χαρά, μὰ καὶ ἀνήσυχη μέριμνα τὴν ψυχή μου. Ποῦ θὰ βρεθοῦν τόσα χρήματα ; Ἐκείνη τὴν ὥρα φοβήθηκα τὴν ὀλιγοπιστία μου. Σηκώθηκα, ἔκαμα τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ καὶ σιγοψιθύρισαν τὰ χείλη μου : “ - Ἅγιέ μου Γιώργη, συγχώρα με τὸν ἀχάριστο. Πολλὰ μᾶς χάρισες μέχρι τώρα”.

Καθὼς ἤμουν ἀπορροφημένος στὴ προσευχή μου μόλις πρόφθασα καὶ εἶδα κάποιον ἄγνωστο ἡλικιωμένο κύριο, πού, ἀφοῦ ἔκαμε μιὰ ὑπόκλιση πρὸς τὸ μέρος μου, προχώρησε  μὲ διστακτικὰ βήματα καὶ μπῆκε μέσα στὴν ἐκκλησία. Δὲν ἀπόρησα. Στὸν τροπαιοῦχο μας Ἅγιο δὲν ἀνάβουν μόνο τὰ κεριά τους οἱ χωριανοί μας. Σ’ ὅλη τὴν ἐπαρχία καὶ σ’ ἄλλες μακρύτερα, εἶναι γνωστὴ ἡ χάρη του. Θυμήθηκα ἐκεῖνο ποὺ ψιθύρισαν τὰ χείλη μου λίγο πιὸ μπροστά : “Πολλὰ μᾶς χάρισες μέχρι τώρα”.

Τί ἦταν ὁ Ναὸς τοῦ Ἁγίου πρὶν εἴκοσι χρόνια, ὅταν ἦρθα πρώτη φορὰ ἱερέας σ’ αὐτὸ τὸ χωριὸ τῆς Μακεδονίας ; Τί ἦταν ; Ἕνα τζαμί, ἕνα τούρκικο, μισοερειπωμένο τζαμί. Θυμᾶμαι τὶς πρῶτες ἡμέρες, ὅταν εἶδα τοὺς χωρικοὺς νὰ μπαίνουν μέσα πρωί - πρωί, καθὼς ξεκινοῦσαν γιὰ τὶς δουλειές τους καὶ βράδυ, ὅταν γυρνοῦσαν ἤ νὰ σταυροκοπιοῦνται μὲ σεβασμὸ ἀπ’ ἔξω ἀκόμα, τὰ ἔχασα. Φοβήθηκα μήπως εἶχα νὰ κάμω μὲ χριστιανοὺς ποὺ ἀλλαξοπίστησαν.

Ὁ γερο - δάσκαλος, γιὸς παλιοῦ ἱερέα, μοῦ ἔδωσε τὴν ἐξήγηση : “- Παππούλη, τοῦτο τὸ τζαμὶ ἦταν στὰ πολὺ παλιὰ χρόνια τοῦ τροπαιούχου μας ἡ ἐκκλησία. Ἔτσι ξεύραμε ἐμεῖς, ἔτσι μάθαμε ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιά. Ὅταν ἦρθαν οἰ Τοῦρκοι, τὴν ἔκαψαν, τὴν γκρέμισαν, δὲν ἔμεινε οὔτε σημάδι, ποὺ νὰ δείχνει τό τόπο της. Ἔπιασαν τότε οἱ Ἕλληνες ἀπὸ τὸ φόβο τους τὴν πάνω γειτονιά, νὰ αὐτὴ ποὺ χάνεται μέσα στὸ δάσος, κι ἤρθανε οἱ Τοῦρκοι στὸν κάτω μαχαλά. Κάποτε βάλθηκαν οἱ ἐχθροὶ νὰ χτίσουνε τζαμί. Δὲν πρόκοβε τὸ χτίσιμό τους. Κι ὅταν ἐκεῖ ποὺ ἔσκαβαν βαθύτερα θεμέλια βρῆκαν τοῦ Ἁγίου Γεωργίου τὴν εἰκόνα, τὰ ἔχασαν. Φοβήθηκαν, δίστασαν νὰ προχωρήσουν. Μὰ ἕνας ἀπ’ αὐτούς, φανατικός, πῆρε τὴν ἅγια εἰκόνα καὶ τὴν ἔκαψε. Νὰ βγεῖ ἀπὸ τὴ μέση ὁ Ἅγιος τῶν χριστιανῶν, ποὺ τοὺς ἔφερε ἐμπόδιο στὸ χτίσιμο.

Κάτι θυμήθηκε ὁ γερο-δάσκαλος κι ἀνάστέναξε : “- Οἱ χριστιανοὶ ποὺ τ’ ἄκουσαν, θαύμασαν, χάρηκαν, γιατὶ βρέθηκε ὁ τόπος τοῦ παλιοῦ ναοῦ τους, μὰ πόνεσαν βαθιὰ γιὰ τὴ βεβήλωση τῆς εἰκόνας τοῦ Ἁγίου. Καὶ φοβήθηκαν τὴν τιμωρία. Τὸ ἴδιο βράδυ σείστηκε τὸ χωριὸ ἀπὸ τὸν ἀπρόσμενο καὶ καταστρεπτικὸ σεισμό. Τραντάχτηκε καὶ τὸ πάνω χωριό, μὰ πιὸ πολὺ τὸ κάτω. Καὶ τὴν ἄλλη μέρα οἱ ἄπιστοι, ἐκεῖ ποὺ βρῆκαν τὴν εἰκόνα ἔχτισαν ἕνα πρόχειρο εἰκονοστάσι, ἀγόρασαν τὴν εἰκόνα τοῦ Τροπαιούχου, τοῦ ἄναψαν καντήλα καὶ κερί, καὶ σιγά-σιγά  ἔχτισαν τὸ τζαμί τους”.

Ὁ γερο - δάσκαλος ἔσκυψε στὸ αὐτί μου καὶ μοῦ σιγοψιθύρισε : “ - Σ’ αὐτὴ τὴν εἰκόνα, πάτερ, ἀνάβουμε τὸ κερί μας ὅλοι, κι ὄχι στὸ τούρκικο τζαμί”.

Συγκλονίστηκε τότε ἡ ψυχή μου καὶ εἶπα μὲ αὐστηρὴ φωνὴ στὸ φίλο μου δάσκαλο : “ - Καὶ τὸν ἀφήνετε τὸν Ἅγιό μας μέσα στὸ τούρκικο τζαμὶ τόσα χρόνια, εὐλογημένοι ; Ὄχι, ἀπόψε κι ὅλας θὰ γκρεμισθεῖ τὸ τζαμὶ καὶ θὰ τοῦ χτίσουμε τοῦ Τροπαιούχου μας καινούργιο Ναό. Ἀκοῦς δάσκαλε ; μὲ τὸ δικό μας ὑστέρημα. Ἄς εἶναι φτωχὸ τὸ χωριό μας”.

Πόσες πολλὲς ἦταν ἀλήθεια καὶ πόσο συγκινητικὲς οἱ προσφορὲς μικρῶν καὶ μεγάλων, γνωστῶν καὶ ἀγνώστων. Νά, τοῦτο τὸ μεγάλο κωδωνοστάσι χτίστηκε ἀπὸ τὰ λεφτὰ ποὺ ἔστειλαν ξενητεμένοι ἀπὸ τὸν Καναδά. Ψιθύρισαν πάλι τὰ χείλη μου “πόσα μᾶς χάρισες μέχρι τώρα Ἅγιε !” καὶ προχώρησα νὰ μπῶ στὴν Ἐκκλησία.

Ὁ ἄγνωστος ἐπισκέπτης, σκέφτηκα, θὰ τέλειωσε τὸ εὐλαβικὸ προσκύνημά του καὶ ἴσως θὰ ἤθελε πληροφορίες γιὰ τὸν τόπο, γιὰ τὸ Ναό. Μὰ ἐκεῖ στὴ θύρα κοντοστάθηκα. Ὁ ἄγνωστος ἡλικιωμένος κύριος ἦταν μπροστὰ στὴν παλιὰ εἰκόνα τοῦ Τροπαιούχου, ἐκεῖ στὸν τόπο τῆς πιὸ παλιᾶς, ποὺ τὴν εἶχαν κάψει οἱ Τοῦρκοι. Κάτι συγκλονιστικὸ ζοῦσε σκυμμένος, γονατιστὸς ἐκεῖ, γιατὶ οἱ ὦμοι του συνταράσσονταν. Δίστασα γιὰ λίγο. Νὰ τὸν ἀφήσω στὴν προσευχή του ; Νὰ τὸν πλησιάσω μήπως καὶ τὸν βοηθήσω ; Προτίμησα νὰ μείνω ἐκεῖ στὴν πόρτα, στὸ τελευταῖο στασίδι καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν Ἅγιο γιὰ τὸν ἄγνωστο προσκυνητή του. Ὅταν κάποτε ὁ σκυμμένος ἄνδρας σηκώθηκε, εἶχε ἠρεμήσει. Δὲν ξαφνιάστηκε ποὺ εἶδε νὰ τὸν παρακολουθῶ μὲ πατρικὴ ἀγάπη. Τὸν πλησίασα καὶ τὸν χαιρέτησα.

“ - Ἔρχόμουν νὰ βρῶ τὸν Ἅγιο Γεώργιο μέσα στὸ τζαμί, παππούλη, καὶ εἶδα τὴ χάρη του μέσα στὴν ὄμορφη ἐκκλησιά, ποὺ χτίσατε. Κάποιος παιδικὸς φίλος, ποὺ βρῆκα, μοῦ τὰ εἶπε ὅλα...

Ἡ βαριὰ προφορά, ποὺ δὲν μοῦ ἦταν ἄγνωστη, μ’ ἀνησύχησε.

“- Ἀπὸ ποῦ εἶσαι παιδί μου, ἀπὸ ποῦ μᾶς ἔρχεσαι ;” , ρώτησα ταραγμένος.

“- Τοῦρκος εἶμαι  κι ἔρχομαι ἀπὸ μακρυά”, τόνισε ἐπίτηδες τὶς λέξεις του καὶ μὲ κοίταζε ἐπίμονα.

Εἶναι ἀλήθεια πὼς δοκίμασα ἐκείνη τὴν ὥρα τὰ ἴδια ἐκεῖνα συναισθήματα, ὅπως ὅταν ἔβλεπα τοὺς χωριανοὺς νὰ κάνουν τὸ σταυρό τους μπροστὰ στὸ τούρκικο τζαμὶ κι ἡ φωνή μου ἦταν τὸ ἴδιο αὐστηρή, ὅπως τότε, στὸ δάσκαλο.

“- Εἶσαι μωαμεθανὸς κι ἔρχεσαι νὰ προσκυνήσεις ἕναν Ἅγιο τῆς Χριστιανοσύνης ;”

“- Ναί, παππούλη, ὅταν πιστέψεις στὸν Ἅγιο τῶν Χριστιανῶν, στὴ δύναμη καὶ στὴ χάρη ποὺ τοῦ χαρίζει ὁ Χριστὸς νὰ κάνει θαύματα, ἔρχεσαι ἀπὸ μακρυὰ νὰ τὸν προσκυνήσεις, νὰ τοῦ ζητήσεις ἄλλη μιὰ φορὰ νὰ σὲ συγχωρέσει...”

Ἔσκυψε τὸ κεφάλι γιὰ λίγο. Τὸν παρακολουθοῦσα ἄφωνος. Σκούπισε κάποιο δάκρυ ὁ ξένος καὶ συνέχισε :

“- Παππούλη, τὴν ξεύρεις καλὰ τὴν ἱστορία τοῦ χωριοῦ μας, τοῦ Τροπαιούχου μας... Σοῦ μίλησαν ποτὲ γιὰ κεῖνον τὸν Τοῦρκο... ποὺ ἔκαψε τὴν παλιὰ εἰκόνα του ; Μακρινός μου πρόγονος ἦταν. Τὸ ἴδιο μ’ ἐκεῖνον ἐπίθετο ἔχω... Ἦταν ἀπὸ τοὺς πρώτους τοῦ χωριοῦ ἐκεῖνος ὁ μακρινός μου συγγενής, μὰ ὕστερα ἀπὸ τὸ θαῦμα τοῦ Ἁγίου τὸν περιφρόνησαν ὅλοι, τὸν φοβήθηκαν, δὲν τὸν πλησίασαν μὴ μολυνθοῦν. Καὶ ἡ κατάρα τούτη καὶ τ’ ἀνάθεμα ἔφθασε μέχρι καὶ τὴ δική μου τὴ γενιά...”

Τὰ  ἔχασα σὰν εἶδα τὸν Τοῦρκο νὰ κάνει τὸ σταυρό του. Ἐκεῖνος μὲ καθησύχασε μὲ τὸ βλέμμα του καὶ συνέχισε :

“- Μὴ φοβᾶσαι, παππούλη, εἶμαι βαφτισμένος, ἔχω τ’ ὄνομα τοῦ Τροπαιούχου μας... Τὸ πιὸ μεγάλο θαῦμα ἦταν αὐτό. Τῶν συμπατριωτῶν μας τὸ ἀνάθεμα ἔγινε γιὰ τὸ σόϊ μας εὐλογία ἐδῶ καὶ ἑκατὸ χρόνια. Ὁ παππούς μου πῆρε γυναῖκα ἀπὸ τὸ πάνω χωριὸ καὶ τούτη ἡ ἅγια γυναῖκα τὸν ἔκαμε χριστιανὸ κι αὐτὸν καὶ τὰ παιδιά του. Ἤμασταν οἱ κρυφοὶ χριστιανοὶ Τοῦρκοι τούτου τοῦ χωριοῦ, παππούλη. Τὸν ξεύρεις τὸ γερο - δάσκαλο ; Μόνο ὁ ἱερέας πατέρας του ἤξερε τὸ  μυστικό. Ἔμαθες τώρα τὶ εἶναι γιὰ μένα ὁ Τροπαιοῦχος  ;  Ἔκαμα μακρινὸ ταξίδι νὰ ἔρθω στὴ χάρη Του, νὰ γονατίσω στὴ χρυσὴ εἰκόνα μπροστά, ὅπως καὶ τότε νὰ τοῦ ζητήσω νὰ συγχωρήσει τὸ μακρινό μου πρόγονο, νὰ σοῦ δώσω τὶς λίγες οἰκονομίες μου γιὰ τὶς ἀνάγκες τοῦ Ναοῦ...”

Ἔσπασε ἡ φωνή τοῦ ξένου. Βούρκωσαν καὶ τὰ δικά μου τὰ μάτια.

“- Ὅταν κάποτε ζωγραφίσεις τὰ θαύματά του, γέροντα, βάλε δυὸ παιδιά, ἕνα ἑλληνόπουλο κι  ἕνα τουρκόπουλο - πιὸ πίσω αὐτό - νὰ προσκυνοῦν τὴ χρυσή του εἰκόνα, τὸ γέρο δάσκαλο καὶ τὸν κρυφὸ χριστιανό... Κι ὅταν προσεύχεσαι λέγε, ἄν θυμᾶσαι, τοῦτα τὰ λόγια : - Κράτησέ τον μέχρι τὸ τέλος πιστό...”

Ἔσκυψε, μοῦ φίλησε τὸ χέρι, ἀκούμπησε πάνω στὸ παγκάρι τὴν προσφορά του, ἀσπάστηκε ἄλλη μιὰ φορὰ τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου κι  ἀπομακρύνθηκε.

Κοίταξα τὴν εἰκόνα τοῦ θαυματουργοῦ μας Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Τροπαιούχου καὶ καθὼς οἱ τελευταῖες ἀκτίνες τοῦ ἥλιου ἔπεφταν πάνω του, τὸ πρόσωπό του μοῦ φάνηκε, ὅσο ποτὲ ἄλλοτε, ἱκανοποιημένο.

Τὰ χείλη μου, τόσα μόνο ψιθύρισαν : “Τοῦτο, ἅγιε, εἶναι ἀπὸ τὰ πιὸ μεγάλα ποὺ μᾶς χάρισες...”.

 

(Ἀπὸ τὸ βιβλίο “Ἀξέχαστες ἱστορίες” Δ. Χορτιάτη, σελ. 139-144,  Ἐκδόσεως Χριστιανικῆς Ἑνώσεως “Η  ΕΛΠΙΣ”).

Κυριακή 31 Δεκεμβρίου 2023

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΗ ΥΠΕΡΩΡΙΑ (Διήγημα)

 


 

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΗ

ΥΠΕΡΩΡΙΑ


Kοίταξε μέ χαμόγελο τό ρολόι της. Ἔδειχνε ντεκα παρά τέταρτο. Ἄρχισε νά ἑτοιμάζει τά πράγματά της. Σέ δεκαπέντε λεπτά τέλειωνε βάρδια της κι ἦταν ἐλεύθερη νά τρέξει στό σπίτι της. Τούς φαντάστηκε ὅλους μαζεμένους νά τήν περιμένουν, γιά νά καθίσουν στό τραπέζι καί νά κόψουν τήν πίτα. Μεγάλωσε τή λαχτάρα της σκέψη τοῦ ἀδελφοῦ της, τοῦ Βασίλη. Τόν περίμεναν νά ἔρθει ἀπόψε μέ ἄδεια ἀπό τό νησί, ὅπου ὑπηρετοῦσε στρατιώτης, Ἴσως καί νά ἔφτανε στὀ σπίτι πρίν ἀπ᾿ αὐτήν. Ὕστερα σκέψη της ἔτρεξε στόν παππού καί τή γιαγιά πού ἦρθαν ἀπ᾿ τό χωριό, γιά νά περάσουν μαζί τους τίς γιορτές. Ἔντεκα παρά δέκα! Νά, ὅπου νά ναι θά ἔφτανε ἀδελφή τῆς βραδινῆς βάρδιας, γιά νά τήν ἀντικαταστήσει.

-δελφή Μαργαρίτα, ἀδελφή Μαργαρίτα...

Ἡ φωνή τῆς προϊσταμένης ἀδελφῆς ἔφτασε στ᾽ αὐτιά τῆς Μαργαρίτας γεμάτη ἀγωνία.

-Αδελφή Μαργαρίτα, γρήγορα, νά ἑτοιμάσουμε τό χειρουργεῖο.

-Μά.... ἔκανε νά πεῖ ἡ Μαργαρίτα κι ἔσκυψε μέσως ντροπιασμένη τό κεφάλι. Τί νά ἔλεγε, πώς τέλειωνε ὑπηρεσία της καί πώς σέ δέκα λεπτά ἔπρεπε νά φύγει;

-᾿Αδελφή Μαργαρίτα, γρήγορα σέ παρακαλῷ, εἶναι ζήτημα ζωῆς καί θανάτου. Κι εἶναι νέο παιδί… Κάποιος στρατιώτης πού γύριζε στό σπίτι του.

-Στρατιώτης πού γύριζε στό σπίτι του;

Πετάχτηκε σάν λατήριο Μαργαρίτα καί κατευθύνθηκε τρέχοντας πρός τό χειρουργεῖο. 'Η καρδιά της χτυποῦσε σέ ἀκατάστατο ρυθμό καί τά πόδια της ἔτρεμαν, καθώς ἑτοίμαζε μέ τήν προϊσταμένη τό χειρουργεῖο.

- Βασίλης... Βασίλης... Μήπως μάθατε πῶς τόν λένε;

Ἡ προϊσταμένη τήν κοίταξε ξαφνιασμένη.

-᾿Αδελφή Μαργαρίτα, συνήθως εἶσαι ψύχραιμη στό χειρουργεῖο. Τί χεις πάθει ἀπόψε;

- Ξέρετε... πόψε περιμένουμε τόν ἀδελφό μου πού εἶναι στρατιώτης καί μέ τρώει ἡ ἀγωνία μήπως...

-Μήπως εἶναι ὁ τραυματισμένος ;

Ἔκλεισε τά μάτια κι ἀνάσανε μέ ἀνακούφιση Μαργαρίτα, σάν εἶδε τό πρόσωπο τοῦ νέου. Καμιά ὁμοιότητα μέ τόν Βασίλη τους. Ξανθός κεῖνος, μελαχρινός αὐτός. Τῆς ρθε αὐθόρμητα νά κάνει τόν σταυρό της καί νά πεῖ «Δόξα τῷ Θεῷ», μά συγκρατήθηκε, σάν ἔνιωσε πάνω της λεγκτικό τό βλέμμα τῆς προϊσταμένης.

«Δόξα τῷ Θεῷ», ἔνιωσε νά τῆς λέει, «πού δέν εἷναι ἀδελφός σου, ἀλλά κάποιας ἄλλης ὁ ἀδελφός;».

Κατέβασε τά μάτια ἡ Μαργαρίτα καί ἀφοσιώθηκε στή δουλειά της ὅσο πιό ψύχραιμα μποροῦσε.

- Πιστεύω πώς θά ζήσει, ἄκουσε τόν γιατρό νά λέει ὕστερα ἀπό τρίωρη μάχη, καί κατάκοπη βγῆκε ἀπό τό χειρουργεῖο.

Μέσα βαθιά της μιά ἐνοχή τῆς τρυποῦσε τήν καρδιά. Ἡ νοχή γιά ᾿κείνη τήν ἀνακούφιση πού ἔζησε, ὅταν δέν ἀναγνώρισε στό πρόσωπο τοῦ τραυματισμένου τόν ἀδελφό της. Κοίταξε τό ρολόι της. Δύο καί μισή. Ἡ καινούργια χρονιά εἶχε ἔρθει φέτος πολύ ἀθόρυβα, χωρίς νά τό καταλάβει καί τήν βρῆκε σέ μιά μάχη μέ τόν θάνατο. Πόσο ξερά καί τυπικά θά γράφουν αὔριο οἱ φημερίδες πώς «κατά τή σύγκρουση τραυματίστηκε σοβαρά ὁ στρατιώτῆς...»! Καί πόση ἀνακούφιση θά νιώσουν ὅλοι εκεῖνοι πού, διαβάζοντας τό ὄνομα τοῦ στρατιώτη, δέν θά τούς θυμίσει τίποτε θά τούς εἶναι ἕνας ξένος, ἔτσι ὅπως τῆς φάνηκε καί κείνης, ὅταν τόν πρωτοαντίκρυσε στό χειρουργεῖο.

ταν πιά τρεῖς ἡ ὥρα καί ἦταν τοιμη νά φύγει, ὅμως τά βήματά της ἀντί στήν ἔξοδο τήν ἔφεραν στήν εντατική. Κοίταξε ἀπό τό ἄνοιγμα τῆς πόρτας τόν στρατιώτη κι ὕστερα ἀθόρυβα πλησίασε τό κρεβάτι του. Ἔβαλε τό χέρι της στό μέτωπό του πού ἔκαιγε κι ὕστερα βάλθηκε νά τόν ἀνακουφίζει μέ κρύες κομπρέσσες.

-Ποῦ εἶμαι, ποιά εἶσαι, ρώτησε ξέψυχα ὁ ἄρρωστος.

-Εἶμαι ἡ ἀδελφή Μαργαρίτα. σύχασε, ὅλα θά πᾶνε καλά.

- Ἡ ἀδελφή Μαργαρίτα; ᾿Εγώ, γώ δέν ἔχω δελφή. δέν ἔχω κανένα. Μόνο μιά μάνα ἔχω...

Τά μάτια τῆς Μαργαρίτας γέμισαν δάκρυα.

- Ποιά εἶσαι;, ξαναρώτησε μές στό παραλήρημά του.

ξερε Μαργαρίτα πώς δέν μποροῦσε νά τοῦ ἐξηγήσει. Ἔτσι ὅπως ἦταν, δέν ἦταν δυνατόν νά καταλάβει. Ὅμως πανέλαβε ἀκόμα μιά φορά. Περισσότερο γιά κείνην παρά γιά τόν ἄρρωστο.

-Εἶμαι ἡ ἀδελφή Μαργαρίτα καί σύ εἶσαι ὁ ἀδελφός μου, ἀδελφός μου! Κα δέν τῆς φάνηκε καθόλου παράξενο, ὅταν κάτω ἀπό τή βρεγμένη κομπρέσσα καί πίσω ἀπό τό θολό βλέμμα εἶδε πώς ὁ στρατιώτης πού τραυματίστηκε σέ σύγκρουση γυρνώντας στό σπίτι του, ἔμοιαζε τόσο πολύ μέ τόν Βασίλη τους.

Σήκωσε τά μάτια κι εἶδε νά στέκεται σιωπηλή πέναντί της προϊσταμένη. Τό βλέμμα της ὅμως δέν τό αἰσθάνθηκε τούτη τή φορά λεγκτικό, ἀλλά ἔνιωσε στοργικά νά τῆς λέει: «Δόξα τῷ Θεῷ, πού εἶσαι ἡ ἀδελφή του».


Ἀπὸ τὸ βιβλίο τῆς Ἑλένης Βασιλείου “ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΧΑΡΑ ΜΟΥ ΠΑΙΔΙΚΗ” (Ἐκδόσεις “Χριστιανικὴ ἐλπίς”) σελ 99-103.

Κυριακή 24 Δεκεμβρίου 2023

"Χριστουγεννιάτικο ὄνειρο - Τὸ χαμένο εἰκόνισμα". Διδακτικό, γιὰ τὴν οἰκογένεια.


 
 
 
 
 

 
Ἀπὸ τὸ Ὀρθόδοξο Χριστιανικὸ Περιοδικὸ "ΚΥΡΙΑΚΗ", (Ἀρ. Φύλλου 35, σελ. 7-10) ἰδιοκτησία τοῦ ὁμωνύμου Ἱεραποστολικοῦ Συλλόγου Κατερίνης.