Θεέ μου, μὴ παρίδῃς
με (=μὴ μὲ παραβλέπεις)
ταχὺ ἐπάκουσόν
μου,
καὶ τῆς ψυχῆς τὰ ὄμματα
(=τὰ μάτια) Θεέ μου, φώτισόν μου.
Πεπλανημένον
πρόβατον, εἶμαι καὶ ζήτησόν με,
Χριστέ μου ὡς
φιλάνθρωπος, καὶ ἀνακάλεσόν με.
Νὰ μοῦ χαρίσῃς δάκρυα,ὡς
τὸν Δαβὶδ νὰ κλαίω,
καὶ ὡς τὸν Πέτρον
νὰ θρηνῶ, ὡς τὸν ληστὴν νὰ λέγω.
Τὸ μνήσθητί μου, Κύριε,
μὲ πόνον νὰ φωνάζω,
αὶ ὡς ὁ ἄσωτος υἱός,
Τὸ : Ἥμαρτον να κράζω.
Μὲ ἀρετὰς καὶ
χάριτας, στόλισον τὴν ψυχήν μου,
Διὰ νὰ γίνω νύμφη
σου, Παμπόθητε Σωτήρ μου.
Παράσχου μοι (δός
μου) τὴν χάριν σου,
Καὶ τὴν βοήθειάν
σου, νὰ εὐλογῶ διὰ παντός
τὸ μέγα ὄνομά σου.
